Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τεμαχίζοντας μια τεράστια κολοκύθα σε σπίτι από το οποίο αγναντεύεις ολάκερο τον Κορινθιακό – από Πάτρα έως Ναύπακτο. Μαγεία η θέα φυσικά. Τι θα κάνουμε μ’ αυτήν; Μια μεταχριστουγιεννιάτικη σούπα. Τι, όμως, συνοδεύει τούτη τη σούπα; Γουλιά. Τα ξέρουμε; Επίσης: σουσάμι, σελινόριζα, καρότα ψιλοκομμένα, ηλιόσποροι [κολοκυθόσποροι επίσης], ραπανάκια, τζίντζερ [μαθαίνω ότι οι πλείστοι το γνωρίζουν], σπόροι kinoa [διαδεδομένοι στους Inkas εδώ και τέσσερις χιλιάδες χρόνια].

Ξύλα στο τζάκι. Φλόγα. Φως. Αφρισμένα κύματα μακριά. Κρασί κατάξανθο. Φωτοσκιές. Πλοιάριόν τι διαπλέει τον πορθμό της Κορίνθου. Σκάει μύτη όταν ξεπροβάλλει ο κορινθιακός ήλιος. Το στομάχι γουργουρίζει. Δεν λέει να γίνει η κολοκυθό[και ό,τι άλλο]σουπα. Το σίγουρο είναι, λέει ο μάγειρας, ότι είναι θρεπτική· τελευταία στιγμή μας πληροφορεί ότι την ενισχύει με λίγο βούτυρο Κερκύρας. Κάτι μας λέει για να μας παρηγορήσει μάλλον -και για να δικαιολογήσει την [αφόρητη] καθυστέρηση. Ματαιοπονεί.

Ευτυχώς, το κρασί μάς κάνει να ξεφεύγουμε, να ξεχνιόμαστε από τις στομαχικές διαμαρτυρίες. Το καλό πράγμα αργεί να γίνει, εξομολογείται -και έχει δίκιο. Θυμηθήκαμε γιατί πάντα μας άρεσαν οι κολοκυθόπιτες, από νεαροί που ήμασταν. Γεύσεις φωτεινές (!), εξαίσιες, βαθύρριζες πάντα εννοείται. Η σάρκα του κολοκυθιού έχει γίνει αμβροσία με τις μαγικές «συγχωνεύσεις» που έχει καταφέρει ο φίλος-ποιητής-μάγειρας. [Ολοι ξέρουμε(;) ότι η ποίηση είναι παντού -κι αν δεν είμαστε κάτοχοι αυτής της γνώσης(;) οφείλουμε να την «κατακτήσουμε»].

Ποιος να φέρει αντίρρηση όταν το τζάκι φεγγοβολά, όταν η ζέστη εισέρχεται εντός και επηρεάζει [μεθά] όλα τα κύτταρα; Σιγά, μην υπάρχουν αντιρρησίες γεύσης. Καλύτερα να τους κοβόταν [μεταφορικά] η γλώσσα. Κολοκυθόσουπα πηχτή, ζεστή [πιο πολύ κι απ’ τις φλόγες που βγαίνουν απ’ το τζάκι]. Είναι οδηγός μνήμης η γεύση, είναι, πώς να το κάνουμε, ελληνικός, βαθύσοφος πολιτισμός κι ας λέμε οι νεότεροι «κολοκύθια στο πάτερο». Ελα που αυτά τα κολοκύθια έχουν σώσει κόσμο και κοσμάκη από την πείνα σε δύσκολες, κατοχικές [δεν υπαινίσσομαι καμία σύγκριση με το σήμερα] εποχές.

Γελάνε τα μουστάκια όλων όσοι καταπίνουμε την κολοκυθόσουπα· ευτυχία στην ομήγυρη. Τέτοιες παρέες που διακωμωδούν την κατανάλωση είναι απαραίτητες την σήμερον. Οι θεοί του κορεσμού και της αφθονίας πνίγονται στα νερά του Κορινθιακού -λάδι η θάλασσα παρά τις προβλέψεις των μετεωρολόγων [λες κι είναι επιστημονικό να βλέπεις τον μελλοντικό καιρό πάνω από είκοσι τέσσερις ώρες]. Λάδι και το στομάχι μας [λάδι και -δεν υπερβάλλω- η ψυχή μας]. Λάδι: σαν φως [κορινθιακό] είναι. Είναι φως και φωτίζει όλα τα σκοτάδια των περί την τροφή προκαταλήψεων. Τροφή-ποίηση, εάν δεν έχει γίνει ώς τώρα αντιληπτό. Καρποί πολύτιμοι. Οσοι αγαπούν τη γη και τους καρπούς της ξέρουν και να γίνονται δημιουργοί την ώρα που ιερουργούν στην [θρεπτική] ένωση αυτών των καρπών.