Τελευταία κυκλοφορεί στο διαδίκτυο ένα βιντεάκι που περιγράφει την οργή ενός νεαρού καθώς προσπαθεί να περάσει με το αναπηρικό καρότσι την αδελφή του μέσα από κατειλημμένα πεζοδρόμια και κλειστές διαβάσεις. Δεν τον εμπόδιζαν τίποτα τέρατα.
Ηταν άνθρωποι σαν εμάς που απολάμβαναν τον καφέ τους, που αδιαφορούσαν για ό,τι κινείται κάτω από το δικό τους ύψος, που άφηναν το αυτοκίνητό τους πάνω στη διάβαση να πεταχτούν «για λίγο μωρέ» κάπου. Οταν το αναπηρικό καρότσι σκοντάφτει και το κορίτσι πέφτει στον δρόμο, οι ίδιοι άνθρωποι λίντσαραν τον νεαρό, γιατί τυφλωμένος από την οργή του αναποδογύρισε τα τραπέζια τους και χτύπησε τα παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα.
Το βιντεάκι μού θύμισε πώς είναι να είσαι αυτός που οδηγεί το αναπηρικό καρότσι. Αυτός που έχει την απόλυτη ευθύνη μιας άλλης ζωής. Πίστεψα κάποτε πως είναι εύκολη υπόθεση. Ετσι, μια Κυριακή πρωί δόθηκε το ραντεβού που εγώ και ο φίλος μου ο Σολομών περιμέναμε. Είχε καλό καιρό και η μαμά του μας έδωσε την άδεια να πάμε μια βόλτα. Μου έδωσε τις απαραίτητες οδηγίες «να περνάτε από τα φανάρια μόνο», «αν του δώσεις να πιει κάτι, με καλαμάκι, μικρές γουλιές»…
Ξεκινήσαμε με τον βασιλιά Σολομώντα στον θρόνο, όπως τον έλεγα συνήθως. Κάναμε οχτάρια στα πεζοδρόμια με τις λακκούβες κι ο Σολομών γέλαγε. Στον κεντρικό δρόμο της Υμηττού άρχισαν τα δύσκολα, ανεβοκατεβαίναμε πεζοδρόμια, στα πιο πολλά φανάρια υπήρχε αυτοκίνητο ή μηχανάκι. Αρχισα να ιδρώνω, άμαθη καθώς ήμουν. Περνούσαμε μέσα από καφετέριες, περιμένοντας να τακτοποιηθούν οι πεζοί στα τραπέζια τους. Ολα αυτά λίγο-πολύ τα περίμενα, τα είχα υπολογίσει.
Αυτό που δεν φανταζόμουν πως θα νιώσω ήταν τα περίεργα βλέμματα. Σε κοιτούν από πάνω μέχρι κάτω και ύστερα με έναν μορφασμό λύπησης για το «κακό» που σε βρήκε στυλώνουν τα μάτια τους στον επιβάτη του αμαξιδίου. Φτάσαμε κάποτε στο καφέ που ήθελα και η αλήθεια είναι πως είχα κουραστεί. Σωματικά και ψυχικά.
Μόνο μια βόλτα και κουράστηκα! Σκέφτηκα τη μητέρα του και τους άλλους ανθρώπους που είναι σε παρόμοια θέση και ντράπηκα για τον υποτιθέμενο πολιτισμό μας. Ο βασιλιάς μου ο Σολομών κόντεψε να πνιγεί δυο φορές με την πορτοκαλάδα που προσπαθούσα να του δώσω γουλιά γουλιά. Η καρδιά μου χτύπησε τόσο γρήγορα που ήθελα να τον γυρίσω αμέσως στα ασφαλή χέρια της μαμάς του, της Δέσποινας. Επιστρέφοντας, αγκάλιασα σφιχτά τη Δέσποινα, όχι μόνο γιατί μου τον εμπιστεύτηκε αλλά και γιατί μου έδωσε την ευκαιρία να δω τον κόσμο μέσα από τα μάτια της.
Βλέποντας τον θυμό του νεαρού, ξαναθυμήθηκα τον δικό μου θυμό τότε. Και ναι, τον δικαιολόγησα για ό,τι έκανε. Μακάρι να είχα το κουράγιο να φωνάξω τότε σε όλους -και στον εαυτό μου- πόσο λάθος είμαστε. Βασιλιά μου Σολομών, σου αξίζει μια βαθιά υπόκλιση. Σε σένα και στη μητέρα σου που κάθε μέρα βρίσκει το χαμόγελο και το κουράγιο να σε οδηγεί στους δρόμους αυτής της πόλης.
