10 χρόνια πριν , τον Δεκέμβρη του ’08, ο δρόμος που είχε τη δική του ιστορία, έγραφε κάπου, «είμαστε εικόνα από το μέλλον».
10 χρόνια μετά, η μνήμη και η θεώρηση προσπαθεί να ανασυνταχθεί με επίκεντρο τα γεγονότα γύρω από το συμβάν του χαμού του έφηβου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου. Όσοι καταφέραμε να ζήσουμε το μέλλον, επιστρέφουμε για λίγο στο παρελθόν.
Το 2008 εργαζόμουν ως οπερατέρ σε μια δημοσιογραφική εκπομπή της τηλεόρασης. Σε ένα επαγγελματικό ταξίδι στην Αλβανία, είχαμε μια κουβέντα με έναν δημοσιογράφο της εκπομπής, σχετικά με την πολιτική και τη διαφθορά. Θεωρούσε, με αφορμή την πολιτική στην γείτονα χώρα, ότι προτιμά μια κυβέρνηση από διεφθαρμένους μα ταλαντούχους πολιτικούς, παρά από μιαν αντίστοιχη από έντιμους μα ατάλαντους. Και εγώ με τον συνάδελφό μου, είχαμε σχεδόν εξοργιστεί με αυτήν την άποψη, μιας που θεωρούσαμε ότι το γενικότερο κακό (στην πολιτική και οπουδήποτε) είναι σε άμεση συνάρτηση με την διαφθορά.
Ενδεικτικά, την περίοδο 2004-2008, το ένα σκάνδαλο διαδεχόταν του άλλου, με πλήρη ατιμωρησία και εκκωφαντική σιγή από την ελληνική κοινωνία: από την τραγική διαχείριση κονδυλίων και όχι μόνο της Ολυμπιάδας, μέχρι τις υποθέσεις της Βόνταφον, της Ζίμενς, του Βατοπεδίου, του Ζαχόπουλου, τις μεγάλες πυρκαγιές στην Ηλεία και στην Πάρνηθα με τις κρατικές αρχές σε ρόλο θεατή και την σχεδόν εξαφάνιση από το προσκήνιο του πρωθυπουργού Καραμανλή. Τόσα σκάνδαλα και οι θεσμοί δεν κουνιούνταν να προφυλάξουν τα στοιχειώδη. Αυτό μπορεί να είναι και το μεγαλύτερο σκάνδαλο: η συγκάλυψη των σκανδάλων.
Ήταν βέβαια η πεποίθηση ότι η διαφθορά έχει φθάσει την Ελλάδα σε αδιέξοδο. Ακόμα και το γεγονός, ότι ένας νευρικός και βίαιος αστυνομικός, υπηρετούσε επί κάμποσο διάστημα σε μια από τις πιο μπαρουτοκαπνισμένες περιοχές της χώρας, είναι σημάδι διαφθοράς. Και το ότι οπλοφορούσε, εγκληματικό.
Και όλα αυτά, προτού ξεσπάσει η υποτιθέμενη κρίση του 2009 που μας ταλαιπωρεί μέχρι και τώρα. Μα, η χώρα βρισκόταν σε κώμα εδώ και χρόνια παρά τα λίφτινγκ και τα λουσάτα φορέματα. Η Ελλαδίτσα έμοιαζε με νεόπλουτη, μασκαρεμένη μεγαλοαστή κυρία που διασκεδάζει μόνη σε ένα ατελείωτο πρωτοχρονιάτικο πάρτυ ενώ όλοι οι υπόλοιποι έχουν κοιμηθεί, με το ξεφτισμένο μεικ απ και την αυπνία να την έχουν μετατρέψει σε τέρας. Και στο διπλανό δωμάτιο, έχει ξεχάσει τα καλοζωισμένα παιδιά της, μόνα τους. Κάποια στιγμή όμως, έρχεται η στιγμή που τα παιδιά θα νιώσουν το αδιέξοδο και θα ξεσπάσουν.
Το διακύβευμα της κυβέρνησης «Καραμανλής ή χάος», προς το μέτωπο της όποιας κρίσης, ακουγόταν σαν ανέκδοτο ειδικά εκείνη την περίοδο. Η απάντηση ήταν χωρίς δεύτερη σκέψη: Χάος. Αν και ακουγόταν σαν ψευδοδίλημμα το συγκεκριμένο απόφθεγμα. Σαν τραγική ταυτολογία.
Και έρχεται η μεγάλη στιγμή που τα τόσα χρόνια σιωπής μετά το μεγάλο φαγοπότι του 2004 και της επιπρόσθετης παρακμής και αποχαύνωσης που το ακολούθησε, αρχίζουν να εναλλάσσονται με άναρθρες κραυγές.
Η σημειολογία έχει χαρακτηριστικά αρχαίας τραγωδίας: αστυνομικός – κρατικός πυροβολισμός, σφαίρα κυριολεκτικά στην καρδιά ενός εφήβου, χιλιάδες οι μεσοαστοί στον δρόμο, χιλιάδες οι μαυροφορεμένοι κλαιγόμενοι, αδύνατο να διακρίνεις αν τα δάκρυα είναι από τα εκατοντάδες χημικά της αστυνομίας ή από το συναισθηματικό φορτίο. Οι κατώτερες τάξεις μάλλον άφαντες, για αυτό και στήνεται ιδεολογικά και ταξικά όχι κάτι βαθύτερο και ριζοσπαστικότερο πέρα από τον κακό μπάτσο και το κακό κράτος που σκοτώνει αθώα παιδιά καλών οικογενειών.
Οι φωτογραφίες στα μπάχαλα, απεικονίζουν νεαρά σώματα να καταστρέφουν τράπεζες ενδεδυμένα με την μεσοαστική μόδα γνωστών μπραντ νέιμς. Οι μεσοαστοί είναι που νιώθουν ότι απειλούνται. Αυτοί διαθέτουν το ταξικό και μορφωτικό θάρρος και το θράσος να οικειοποιηθούν τον δημόσιο και ιδιωτικό χώρο.
Ο γνωστός συγγραφέας Βασίλης Αλεξάκης κάνει ένα δηκτικό -σχεδόν προβοκατόρικο σχόλιο- για τους νεαρούς που πλέον νιώθουν «ότι δεν μπορούν να μπουν στο μαγαζί που έμπαινε η μάνα τους από την πόρτα και για αυτό μπαίνουν από την τζαμαρία».
Κινήματα σε όλη την χώρα ξεφυτρώνουν κάθε μέρα. Αιτήματα για απλά ή πιο σύνθετα συντεχνιακά ζητήματα από συλλόγους οδοκαθαριστών μέχρι δικηγόρων, επικοινωνούνται σε ένα μεγαλύτερο ακροατήριο με αφορμή το γεγονός.
Τα δελτία Τύπου καθημερινά συλλέγονται και συγκεντρώνονται από κάποιους σε ένα μέιλ. Ο αριθμός και ο παλμός τους, πρωτόγνωρος. Το δεδομένο είναι ένα : Η δυναμική των γεγονότων, μοιάζει να έχει υπερβεί κατά πολύ, τις μέχρι τότε μπανάλ και ρουτινιάρικες διεκδικήσεις, τις εώς τότε πολιτικές και ακτιβιστές ομάδες, τις καταλήψεις, τις συντεχνίες.
Τις πρώτες ώρες μετά τον πυροβολισμό, αμήχανοι παρακολουθούμε τις φωτιές τραπεζών και μεγάλων κτηρίων γύρω από το Μοναστηράκι.
Ακόμα πιο αμήχανοι στεκόμαστε την μεθεπόμενη ημέρα, την μεγάλη Δευτέρα, της 8ης Δεκέμβρη, στην συγκέντρωση στα Προπύλαια.
Εκείνο το απόγευμα ξεκινήσαμε με τον συνάδελφό μου, να κάνουμε κάποια πλάνα στην πλατεία των Εξαρχείων για την έκτακτη εκπομπή που ετοιμαζότανε από το κανάλι που εργαζόμασταν. Το να έχεις επαγγελματική κάμερα μέσα σε τέτοια ατμόσφαιρα, ήταν από τα πιο ριψοκίνδυνα πράματα. Ειδικά αν εργάζεσαι για λογαριασμό κάποιου επίσημου μέσου ή καναλιού. Στοχοποιείσαι και από τους διαδηλωτές και από τους αστυνομικούς.
Ο συνάδελφος, έμπειρος από πορείες, κατανοεί ότι είναι σχεδόν αδύνατο να βιντεοσκοπήσει εκτενώς σε μια τέτοια συνθήκη. Συνεχίζουμε την δουλειά, βιντεοσκοπώντας στον βαθμό που μπορούμε την εκκίνηση της μεγάλης πορείας στα Προπύλαια.
Στην στοά της Κοραή, μια όμορφη ηθοποιός του θεάτρου, λάμπει ανάμεσα στο πλήθος. Μια ανακατωσούρα δημιουργείται σε εκείνο το σημείο προς στιγμή. Κάποιος πολιτικός ή δημοσιογράφος σχεδόν λιντσάρεται από ένα κομμάτι των συγκεντρωμένων. Έτσι πληροφορούμαστε όσοι είμαστε κοντά στο συμβάν.
Πέτρες εκτοξεύονται προς στο πλήθος που βρίσκεται στην στοά. Η όμορφη κοπέλα μέσα στη γενική ταραχή πιάνει τα πυκνά μαλλιά της. Κοιτά σοκαρισμένη το αίμα που τρέχει ολοένα πιο πολύ από το κεφάλι της. Βάζει τα κλάματα από το σοκ. Είναι το προμήνυμα της μεγάλης έντασης και βίας που θα ακολουθούσε.
Κατευθυνόμαστε με το δίκυκλο προς το Σύνταγμα. Με τον συνάδελφο προσπαθούμε να περάσουμε τα στενά. Φοράμε και οι δυο κράνη, εκείνος παλαιστινιακό φουλάρι και μεγάλες τσάντες για τον εξοπλισμό (τριπόδια και κάμερες). Εξακολουθούμε να έχουμε στο νου μας, ότι είμασταν προφανής στόχος.
Παρκάρουμε μακριά από την περιοχή του Συντάγματος καθώς εύλογα το όχημά μας θα γινόταν οδόφραγμα. Περπατάμε ανάμεσα σε απίθανους κρότους και κόσμο να περιδιαβαίνει τα στενά. Έχουμε ραντεβού για συνέντευξη, στο γραφείο ενός γνωστού δικηγόρου, αρμοδίου – μεταξύ άλλων – για θέματα αστυνομικής βίας.
Κατεβαίνοντας από το κτήριο με το συνάδελφο, περιμένουμε στο μικρό στενό να κοπάσουν κάπως τα επεισόδια για να μπορούμε να διαφύγουμε με σχετική ασφάλεια. Κρατάμε στα χέρια μας τα κράνη, μοιάζοντας σαν τους αγριεμένους διαδηλωτές. Στις άκρες του στενού, συνεχίζει να πηγαινοέρχεται ο κόσμος. Όλα, μοιάζουν αδιέξοδα.
Στο επόμενο δευτερόλεπτο, και ενώ είμαστε οι μοναδικοί άνθρωποι σε αυτό το στενό, μπαίνει μια διμοιρία των ΜΑΤ. Παγώνουμε ακαριαία, σκεπτόμενοι ότι θα είμαστε τα επόμενα θύματα αστυνομικής βίας. Και όμως η διμοιρία μας προσπερνά σα να μην υπήρχαμε. Και όχι μόνο αυτό.
Και ο τελευταίος της διμοιρίας, γυρνά με έντρομο βλέμμα προς τα πίσω, να δει αν έχουμε κάτι να πετάξουμε εναντίον τους. Ήταν ένα δείγμα ότι απλά δεν υπήρχε ουσιαστικά απολύτως καμία εντολή για επιθετική στάση από την ηγεσία της αστυνομίας για εκείνο το βράδυ.
Κάποιοι κεντρικοί δρόμοι είχαν ελλιπή φωτισμό τη νύχτα. Σε συνδυασμό με τους ήχους καταστροφής και τις φωτιές, το όλο σκηνικό γινόταν πιο αποκαλυπτικό. Η διήγηση μιας φίλης ήταν χαρακτηριστική. «Όταν περπατούσες στη Σταδίου, το πιο εντυπωσιακό ήταν οι ήχοι. Άλλοτε ήταν μεταλλικοί και εκκωφαντικοί. Άλλοτε υπόκωφοι. Ένιωθες να μη γνωρίζεις από πού έρχονται, σα να φθάνουν από πολλές πηγές και από πολύ μακριά».
Μια άλλη εντυπωσιακή διήγηση του σκηνικού εκείνης της ημέρας και νύχτας, ήταν εκείνη του μαγαζάτορα με τα όπλα στην Ομόνοια (που έτυχε να επισκεφτούμε για συνέντευξη τις επόμενες ημέρες). Ήταν ένας κάπως φοβικός και συνεσταλμένος άνθρωπος που περιέγραφε το πως πληροφορήθηκε το σπάσιμο του μαγαζιού του και έπειτα το πλιάτσικο από τους διαδηλωτές.
Αρχικά κάποιοι γνωστοί του, το είδαν στην τηλεόραση, σε ζωντανή μετάδοση και έπειτα του τηλεφώνησαν. Εκείνος έτρεξε από το μετρό του Ευαγγελισμού καθώς όλοι οι ενδιάμεσοι σταθμοί και δρόμοι ήταν αποκλεισμένοι μέχρι την Ομόνοια. Ήταν κάπως κωμικοτραγική η διήγησή του. Έλεγε ότι υπήρχαν 3 ομάδες διαδηλωτών σύμφωνα με αυτά που άκουσε ή υπέθεσε.
Η πρώτη ήταν η ομάδα κρούσης των καταστημάτων. Έσπαγε. Η δεύτερη ήταν οι πλιατσικολόγοι. Έπαιρνε ό,τι έβρισκε. Και η τρίτη και πιο κατακαημένη, όταν είχαν εξαφανιστεί σχεδόν τα πάντα, ήταν οι τοξικομανείς που συνέλλεγαν ότι είχε ξεμείνει στο πάτωμα. Χαρακτηριστικά έλεγε ότι υπήρχαν 2 μήλα στο μικρό ψυγείο του καταστήματος. Εννοείται είχαν «φύγει» και αυτά. Στο μεταξύ, το ράδιο και η τηλεόραση μετέδιδαν ότι υπάρχουν διαδηλωτές που κυκλοφορούσαν με σπαθιά μέσα στο πλήθος. Σίγουρα μια απίθανη και ακραία εικόνα, που δεν είχες ιδέα που μπορεί να οδηγούσε μέσα στον γενικό παροξυσμό.
Ήταν μια εποχή χωρίς σόσιαλ μίντια. Ήταν απίθανο να βλέπεις κάθε απόγευμα στο κέντρο, για σχεδόν δεκαπέντε ημέρες, τον ήλιο να χάνεται, το βράδυ να έρχεται , τους νοικοκυραίους σκυθρωπούς να παίρνουν τον δρόμο της επιστροφής από την δουλειά τους και την ίδια στιγμή η αλλαγή της βάρδιας να είναι οι νεαροί που ανταποκρίνονταν σε ένα αόρατο μεταφυσικό κάλεσμα και συγκεντρώνονταν στις μεγάλες οδούς, Σταδίου και Πανεπιστήμιου.
Ήταν απίθανη η ώρα εκείνη, γιατί υπήρχε όντως πραγματικά το συναίσθημα οτι δεν υπάρχει κράτος, εξουσία. Στην ουσία άγνωστοι άνθρωποι μεταξύ τους, αυτοσχεδίαζαν και αυτοδιαχειριζόνταν μια κατάσταση. Ήταν κάτι εντελώς πρωτόγνωρο. Μια πρώτη, άγουρη, οικειοποίηση του δημοσίου χώρου.
Ό,τι και να έκανες θεωρούνταν νόμιμο εκείνη την ώρα, απλά επειδή δεν υπήρχε κανένας νόμος. Το «Είμαστε μια εικόνα από το μέλλον» , μάλλον ήταν μακράν το πιο διεισδυτικό, προφητικό, μετα-αποκαλυπτικό σύνθημα που έβλεπες στο δρόμο. Ενστικτωδώς αντιλαμβανόμασταν ότι αυτή είναι μόνο μια αρχή ενός εφιάλτη που έρχεται. Και λίγους μήνες μετά ήλθε και επίσημα με τα μνημόνια και την ακραία λιτότητα.
«Όσο αναμενόμενο είναι το καθεστώς, άλλο τόσο αναμενομένη είναι η αντίδραση απέναντί του» έλεγε ένας γνωστός μου, ενώ περπατούσαμε στους δρόμους του κέντρου, λίγα μέτρα μακριά από τις οδομαχίες. Η εμμονική αντίδραση με τους εμμονικά απαράλλαχτους τρόπους, απέναντι στα σώματα ασφαλείας κάνει τους προνομιούχους και τους εξουσιαστές να χαμογελούν (επειδή παραμένουν στο απυρόβλητο και πάλι).
Όπως αντίστοιχα κάνει και τους εξεγερμένους να χαμογελούν (επειδή νιώθουν ότι κάνουν το καθήκον τους απέναντι στην εξουσία). Αν η απάντηση του εξεγερμένου πλήθους έχει να κάνει με το ίδιο το εμπόδιο που ορθώνεται εμπρός του από τις κλούβες και τις διμοιρίες, τότε μάλλον δεν έχουμε εντοπίσει τι συμβαίνει πέρα από αυτό. Είναι σχεδόν χυδαίο να προτάσσεις βία σε μορφωτικά και ταξικά, κατώτερες τάξεις, ακόμα και αν η δουλειά τους είναι η υπεράσπιση της εξουσίας.
Σαν να αναπαράγεις με ζήλο ένα ταξικό σύμπλεγμα. Οι πιο αριστουργηματικές νίκες, έρχονται με υπερβατικές πράξεις που δεν έχουν να κάνουν με την βία. Ωστόσο ένα πράγμα που παραμένει αδιαμφισβήτητα αθώο και θα είναι για πάντα εκεί, απόλυτα δικαιολογημένο και αιτιολογημένο, είναι η οργή της νιότης. Οι νέοι, είναι οι αμόλυντοι, είναι αυτοί που έρχονται, είναι αυτοί που θα παραλάβουν ένα κουτί με τον ωρολογιακό βομβιστικό μηχανισμό από τις προγενέστερες γενιές.
Και ίσως μονάχα τότε, αν γινόταν πράξη μια φαντασίωση, «τα μπάχαλα» και η άλλη πιο κλισέ λέξη εκείνων των ημέρων «οι κουκουλοφόροι», να είχαν ένα άλλο νόημα. Αν π.χ., αντί για κουκούλες, οι διαδηλωτές φορούσαν όπως στο καρναβάλι τα προσωπεία των πολιτικών, οικονομικών και τηλεοπτικών παραγόντων της χώρας. Γιατί, αυτοί είναι που τα σπάνε.
Τότε, η μετάδοση από τα ΜΜΕ όπως και η πρόσληψη των συμβάντων θα είχε «ίσως έναν άλλον χαρακτήρα».
Βλέπετε, κυρίες και κύριοι, τον Παπανδρέου μαζί με τον Καραμανλή και την Παπαρήγα, να σπάνε την τράπεζα με μανία… Πραγματικά σοκαριστικές εικόνες…
Ενώ λίγο πιο πέρα ο Χατζηνικολάου και ο Πρετεντέρης πετάνε μολότοφ στους αστυνομικούς. Και βλέπετε εδώ, έχουμε και προσαγωγές, οι αστυνομικοί κρατούν τον Αρχιεπίσκοπο μαζί με τον Σημίτη και την Όλγα Τρέμη. Μέχρι που και αυτά, θα γίνονταν μπανάλ.
«Στόχος είναι να κάνεις λεφτά» και από την άλλη το αντι-σύνθημα, «στόχος είναι οι μπάτσοι, οι τράπεζες». Συνθηματικές, επαναλαμβανόμενες κουβέντες από οικογένειες εξ αίματος και μη, προς έφηβους και νέους. Αν κάτι έχει μείνει από τους πυροβολισμούς μιας ζωής που συμπυκνώθηκαν σε έναν χριστουγεννιάτικο μήνα, είναι μάλλον μια βαθιά ανασφάλεια από το γερό ταρακούνημα.
Είναι το ερώτημα μιας εφηβικής καρδιάς που προσπαθεί να παραμείνει αγνή από τον διεφθαρμένο κόσμο, το ερώτημα για το ποιος είναι ο δρόμος, ποιος είναι ο στόχος. Ένα ακόμα σύνθημα που έμεινε στην μνήμη ακόμα και αν σβήστηκε γρήγορα από τους τοίχους των μεγάλων δρόμων, έλεγε «ο Δεκέμβρης δεν ήταν η απάντηση, ήταν η ερώτηση».
Και ένα κομμάτι του μεγάλου πλήθους των ημερών εκείνων, ίσως ακόμα να διαβαίνει τους ίδιους δρόμους, του μέλλοντος και του παρελθόντος, για να ξαναβρεί το ίδιο σύνθημα, να ξαναβρεί τον δρόμο.
