Πράγα, 16 Ιανουαρίου 1969. Οι τελευταίες ελπίδες πως ο υπαρκτός κομμουνισμός θα μπορούσε να είναι αυτό που επαγγελλόταν, κοινωνισμός με ελευθερία και δικαιοσύνη, συντρίβονται κάτω από τις ερπύστριες των τανκ. Κι ο ανειρήνευτος αγώνας της μειοψηφίας των ανθρώπινων ανθρώπων σε όλα τα συστήματα για την πολυθρήνητη και τόσο ακριβοθώρητη «ανθρωπιά» έμπαινε σε νέα προσφυγιά.
Στην κεντρική πλατεία της Πράγας, ένας νέος άνθρωπος, ο Γιαν Πάλατς, φοιτητής Φιλοσοφίας, καιγόταν ζωντανός, αφήνοντας παρακαταθήκη κάποιες λέξεις: «Επειδή οι λαοί μας βρίσκονται στα πρόθυρα της απελπισίας, αποφασίσαμε να διαμαρτυρηθούμε για να ξυπνήσουμε τη λαϊκή συνείδηση. Η ομάδα μας αποτελείται από εθελοντές, πρόθυμους να πυρποληθούν για τον κοινό σκοπό. Επειδή μου έτυχε να τραβήξω τον αριθμό 1, έγραψα εγώ την πρώτη επιστολή κι έγινα ο πρώτος ανθρώπινος δαυλός».
Η εξουσία και οι αναπαραστατικοί της μηχανισμοί (κάτι τόσο βαρετά επαναλαμβανόμενο σε όλα τα καθεστώτα που επιχειρούν τη δολοφονία της προσωπικότητας, ώστε να προσωποποιήσουν την κοινωνική παθογένεια) αποπειράθηκαν να τον παρουσιάσουν ως τοξικομανή και τους υπερασπιστές του ως «αντεπαναστάτες». Ο Πάλατς πέθανε 3 ημέρες μετά σε νοσοκομείο της Πράγας από καθολικά εγκαύματα τρίτου βαθμού, έχοντας εκπληρώσει την αποστολή, με την μποτίλια των καιρών από τις δικές του μικρές Θερμοπύλες, του μηνύματος για μια φύση που δεν μπορεί να ζήσει ουσιαστικά μα και που αρνείται να πεθάνει.
Κι όμως, ακόμη 7 (τουλάχιστον) υπήρξαν οι ανθρώπινοι δαυλοί που ακολούθησαν, θαμμένοι από τη λογοκρισία ενός καθεστώτος που, αν δεν δολοφονούσε, εκπαραθύρωνε τους παλιούς ιδεολόγους που είχαν δώσει τη μάχη της επικράτησής του, πριν μπουν στο κόμμα με μαζικές μετεγγραφές οι αμέτοχοι των δύσκολων καιρών, όπως παρατηρεί ο Μazower. Την ίδια πάνω κάτω εποχή που στη Χιλή, αγαπημένη αποικία των Δυτικών, έκοβαν τα χέρια του Βίκτορ Χάρα, χέρια που σμίλευαν χρόνια το πρόσωπο και τη συνείδηση του λαού του, οι πολιτικοί κρατούμενοι στα γκουλάγκ της Σιβηρίας, που υλοτομούσαν ως δωρεάν εργατικό δυναμικό τις σημύδες της τεράστιας στέπας, έκοβαν κι έδεναν το δάκτυλό τους σε κορμούς που άφηναν έπειτα να κυλήσουν στο ποτάμι.
Είναι φοβερό πόσο αυτό το πρόθυμο να συμβάλει ή να παραδοθεί στο «σκότος» πλάσμα που είναι ο/η άνθρωπος βρίσκει, ακριβώς όταν κυριαρχήσει το σκοτάδι, τρόπους να υπερασπιστεί ακόμη μια φορά την ανθρώπινη φύση, στην ιδεατή της μορφή. Βρίσκει τρόπους (ταυτόσημους αριστερής στάσης) ακόμη και σωματικούς, που είναι οι συγκλονιστικότεροι όλων, να σε κάνει να πιστέψεις ότι μπορούμε να ξαναβρίσκουμε ό,τι πιο ανθρώπινο μέσα μας, ακριβώς όταν υποτίθεται το έχουμε χάσει.
