⌦ Των τσούρμων οι άνθρωποι συχνά, σαν θεν να διασκεδάσουν,
Κάτι πουλιά θαλασσινά (: άλμπατρους τεράστιους) πιάνουν –
Αράθυμα πουλιά που πέτονται για να θαυμάσουν
Τα πλοία που πάνω από βυθούς πικρούς τσουλήθρα κάνουν.
Στην κουπαστή τούς έχουν δεν τούς έχουν ακουμπήσει,
Κι οι ρήγες τούτοι τ’ ουρανού, με αδέξια ντροπαλότη,
Αφήνουν τις λευκές φτερούγες τους με οικτρή μια κλίση
Να μπαινοβγαίνουν σαν κουπιά μες στων νερών τα σκότη.
Ο ιπτάμενος ταξιδευτής νωθρό έχει γίνει τσούκι
Κι η τόση του ασκημιά γελοίο σου θυμίζει κάτι! […]
Ετσι, με τσούρμα, τσουλήθρες, οικτρές κλίσεις, τσούκια κ.ά., εμφανίστηκαν πρόσφατα τα Ανθη του κακού του Μπωντλαίρ, όπως τα θέλησε ο Γ. Κεντρωτής (ΓΚ). Ούτε εδώ χρειάζονται γαλλικά, όπως δεν χρειάζονταν αρχαία για το οιχόμεθα, που το είδαμε την προηγούμενη φορά να μεταφράζεται: Γι’ αυτό –γαμώ, την τύχη μου γαμώ!– καλύτερα είναι να του δίνω.
Γαλλικά όμως ξέρει π.χ. ο συγγραφέας και μεταφραστής Σπύρος Γιανναράς, που ασχολήθηκε διεξοδικότερα στο φέισμπουκ με το συγκεκριμένο ποίημα: δυστυχώς δεν μπόρεσα να βρω τη σχετική ανάρτηση (θα ήμουν ευγνώμων σ’ όποιον βοηθήσει), είδα όμως την απάντηση του ΓΚ.
Ο οποίος δηλώνει πως του είναι «παντελώς άγνωστος» ο κριτικός με τα «ολίγα γαλλικούλια» του, και τον χαρακτηρίζει «γλωσσομπάτσο», πλάι στον γλωσσομπάτσο που χωρίς γερμανικά έκρινε το 1987 τον Μούζιλ του (η αφεντιά μου) κι άλλον που πάλι χωρίς γερμανικά «λοιδορούσε» αργότερα τον Μπροχ του, μόνο που αυτός του ζήτησε, λέει, έπειτα συγνώμη, όμως: «Pardon wird nicht gegeben = Συγγνώμη δεν δίδεται» βρόντησε ο ΓΚ (με τα λόγια του Κάιζερ Γουλιέλμου Β΄, που είπε, το 1900, στους στρατιώτες που έφευγαν να καταστείλουν την εξέγερση των Μπόξερ στην Κίνα: «Δεν θα υπάρξει έλεος! Ούτε αιχμάλωτοι! Θάνατος σ’ όποιον πέσει στα χέρια σας»!) Και αναφώνησε ο Ελλην Κάιζερ: «Οι αδαέστατοι έλεγχαν τον επαΐοντα, δηλαδή»!
Με τα δικά μου, το πανηγύρι στο τέλος. Εδώ, απολύτως ενδεικτικά, από τα απειροελάχιστα του επαΐοντος που πέφτουν στην αντίληψή μου (δεν έχω ξαναδιαβάσει ολόκληρη εργασία του, εννοείται). Μια στάλα Μπωντλαίρ σήμερα: ήδη με το εναρκτήριο: «των τσούρμων οι άνθρωποι» και με το «τσούκι» το στοίχημα ελληνικά έχει χαθεί, ιδίως όταν το πρωτότυπο δεν είναι διόλου κρυπτικό, με ειδικές λέξεις! (Για αντιστοιχία γλωσσικών επιπέδων ξανά ο λόγος!)
Ενα «τσούρμο παιδιά», λέμε, συνήθως, όμως ο επαΐων επιλέγει το τσούρμο σαν ειδικό ναυτικό όρο, που σημαίνει πλήρωμα, και το αποδελτιώνει από δω κι από κει, ενώ το είχε μπροστά του σ’ όλα τα λεξικά, με πρώτη μάλιστα σημασία τη ναυτική (κι ας μην ανήκει στην καθημερινή γλώσσα· μόνο ο Χαραλαμπάκης, στο Χρηστικό της Ακαδημίας, ευδόκησε να βάλει πρώτη την κοινολεκτούμενη). Ετσι, εκεί που σε διάφορες μεταφράσεις διαβάζουμε: οι ναυτικοί / οι ναύτες / οι άνθρωποι του πληρώματος, ο ΓΚ διάλεξε, κατά τα γνωστά, να ξεχωρίσει, με το τσούρμο του, και μάλιστα στον πληθυντικό, σαν να λέγαμε «οι άνθρωποι των πληρωμάτων»!
Με ολίγα γαλλικούλια; «Οι άντρες του πληρώματος» λέει κατά λέξη ο ποιητής, les hommes de l’équipage, και το équipage είναι λέξη κοινή για τον Γάλλο μέσο χρήστη (όπως είδαμε την προηγούμενη φορά με την Capitale de la douleur του Ελυάρ), αντίθετα με το τσούρμο-ναυτικό όρο. Το οποίο βρήκε σε «“ναυτικούς” ποιητές» ο ΓΚ, όμως ο Μπωντλαίρ δεν είναι ναυτικός ποιητής, και προπαντός χρησιμοποιεί, ξαναλέω, λέξη απολύτως βατή.
(Αλλά και στον Μπροχ του ΓΚ είδα ένα «ανθρώπινο», μάλιστα, τσούρμο, λες και, επιπλέον, ένα τσούρμο παιδιά, π.χ., θα το λέγαμε ποτέ «παιδικό τσούρμο»!) Το παντελώς άδηλης προέλευσης τσούκι είναι στα γαλλικά επίθετο, που μαζί με άλλο επίθετο χαρακτηρίζει το άλμπατρος: gauche et veule= «αδέξιο και νωθρό, δειλό…», λέξεις πάλι κοινές, που δεν καμπανίζουν στ’ αφτιά –σαν να «γκλινγκλινίζουν κουδουνάκια», όπως στους Δεσμούς του Μούζιλ κατά ΓΚ (λίγα ακόμα για τα τσ-, στο ιστολόγιό μου).
Αυτή ήταν πάντα η μεταφραστική γραμμή: η πιο σπάνια και φανταχτερή λέξη, χαμένη κατά κανόνα ή και ανεύρετη στα λεξικά, μετάφραση δηλαδή με το μάτι και ποτέ με τ’ αφτί, που ν’ ακούει δηλαδή τη γλώσσα γύρω του, απ’ τη μια, τη λέξη του, απ’ την άλλη.
Εχουμε κι άλλα, λίγα κι όμως πολλά, κι έτσι θ’ αφήσουμε την παρένθεση με τη διπλή τελεία (: άλμπατρους τους λένε), όπου «επεξηγείται» αυτό που στον Μπωντλαίρ είναι το κύριο στοιχείο: «πιάνουν άλμπατρος, κάτι τεράστια πουλιά της θάλασσας», κατά λέξη. Ψύλλοι στ’ άχυρα και η ακύρωση της επανάληψης: φτερούγες / φτερωτός ταξιδευτής (ailes / ailé), που «ιπτάμενο» τον θέλει ο ΓK (= ο συνωνυμισμός, η ασθένεια των μεταφραστών, κατά τον Κούντερα) κ.α.
Θα τ’ αφήσουμε, γιατί ο ΓΚ παραπονέθηκε που όλοι τον «Αλμπατρό» του σχολιάζουν. Ανοιξα έτσι κι εγώ στην τύχη, τ’ ορκίζομαι, ένα (εξαίρετο) διαφημιστικό της έκδοσης στο διαδίκτυο, και εύρηκα! εύρηκα! «το σκάσμα»! Ομως, την άλλη φορά.
