ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το πώς βαστήχτηκα και δεν την έπιασα από το μαλλί, μήτε που ξέρω… Ξαναδιαβάζοντας, βέβαια, την πρώτη αυτή φράση κατανοώ πως απέτυχα: σίγουρα δεν θα ήθελα να είναι αυτή η πρώτη φράση του τελευταίου χρονογραφήματος για το 2018… Πραγματικά, όμως, το πώς βαστήχτηκα και δεν την έπιασα από το μαλλί, να τη φέρω δυο σβούρες και να μας βρει η νέα χρονιά σαν ξεπουπουλιασμένες πουλάδες και τις δύο, ένας θεός το ξέρει!

Διότι έρχεται κάποια στιγμή που λες: «Τώρα θα χιμήξω!». Συνήθως βέβαια, το λες και ώς εκεί. Αν δεν είσαι απολύτως βάρβαρος, κάπως συγκρατείσαι. Βράζουν τα μέσα σου, απ’ όξω σου όμως γιόγκι. Αν και για να είμαι ειλικρινής, μια φωνή την έβαλα. «Ελεος, κυρία μου, κάντε λίγο στην άκρη» (αυτό που μου βγαίνει ο πληθυντικός όταν θέλω να βρίσω, ακόμα δεν το έχω καταλάβει). Οσο για την κυρία, με έλουσε με όσα «γαλλικά» ήξερε και δεν ήξερε. Τότε ήταν που διεστάλησαν οι κόρες των ματιών μου, καμπούριασε η ράχη μου, κάπως σαν να μάκρυναν απότομα και τα νύχια μου, γέμισαν τα σωθικά μου επιθυμία κάργα να κατέβω κάτω και να την αφήσω κουρούπα.

Που μου φόρεσε το γουναρικό (αληθινό κιόλας!) και μου περπάταγε στη μέση του δρόμου, μιλώντας στο κινητό, λες και δεν τρέχει κάστανο. Τι κι αν πάτησα ελαφριά την κόρνα μπας και συνέλθει, τι κι αν της φώναξα διακριτικά πως αυτό που κάνει είναι επικίνδυνο. Είχε, βλέπεις, σοβαρή συζήτηση το γουναρικό στο κινητό και δεν άκουγε τίποτα. Εγώ πάντως τ’ άκουσα για τα καλά.

Διαπίστωσις: όσο πιο «άγιες» γίνονται οι μέρες, όσο πιο γιορτινές τόσο πιο εγωιστική και ανεύθυνη γίνεται η συμπεριφορά των ανθρώπων. Λες και πρέπει να ισορροπήσουν το φωτεινό των δρόμων με το σκοτεινό των σκέψεων. Τους βλέπεις με πέντε σακούλες στο κάθε χέρι να περιδιαβαίνουν την πόλη, με μία διάθεση σχεδόν παροξυσμού. Να προλάβουν – τι άραγε; Να ψωνίσουν – πόσα ακόμα; Να υπάρξουν – μόνο αυτοί.

Οτι, εκτός από τον πληθυντικό, μου ‘ρχονται στον νου περίεργα αποφθέγματα σπουδαίων ανθρώπων όταν βρίσκομαι αντιμέτωπη με παρόμοιες καταστάσεις που ξυπνούν τα πιο ταπεινά μου ένστικτα, επίσης δεν μπορώ να το καταλάβω. Με το γουναρικό αμετακίνητο στις θέσεις του, θυμήθηκα τον Αξελό και τα λόγια του περί «μη ανασχέσιμης προέλασης του σύγχρονου κόσμου». Ενός κόσμου γεμάτου οθόνες, πληροφορία και κατανάλωση. Ενός κόσμου «που καταλαμβάνει τα πάντα, συμβαδίζει με την απουσία των Θεών, με την ερήμωση της φύσης, τη διάλυση των κοινοτήτων, το βασίλειο του εμπορεύματος, την αποθέωση της αναπαράστασης και των θεαματικών της οργάνων, την αποχαλίνωση της θέλησης».

Αυτό το τελευταίο περί «αποχαλίνωσης της θέλησης» ήταν που με κράτησε και δεν της όρμηξα. Ασε που η όλη εικόνα ήταν πλέον τόσο σουρεαλιστική, που άρχισα να γελάω: από τη μια η κυρία με το μαλλί κομμωτηρίου στο κεφάλι, το δολοφονημένο ζώο στους ώμους και το smartphone τελευταίας τεχνολογίας στο χεράκι της να βρυχάται μες στη μέση του δρόμου και στον αντίποδα η αφεντιά μου, να προσπαθώ να καλμάρω τα δολοφονικά μου ένστικτα, κάνοντας χρήση «βαριάς κουλτούρας» – κι από πάνω μας λαμπάκια. Το «ό,τι» και το «να ‘ναι» αυτοπροσώπως!

Γέλασα. Με την πάρτη μου, τη «βαθιά κουλτούρα» μου και τη μαύρη μας καντήφλα. Και όσο γέλαγα τόσο η κυρία φόρτωνε. Τόσο στην άκρη δεν έκανε, τόσο οι άλλοι οδηγοί κόρναραν μανιασμένα κι άλλο τόσο ο Αξελός ξεπρόβαλλε σε όλο του το μεγαλείο: «Ο άνθρωπος –που υποτίθεται ότι θριαμβεύει– δεν έχει σχεδόν τίποτα. Καθρεφτίζεται χωρίς τελειωμό στον “δικό” του καθρέφτη, στον οποίο είναι επίσης καταδικασμένη να καθρεφτίζεται ολόκληρη η ανθρωπότητα και κάθε πράγμα».

Η συνέχεια ήταν τουλάχιστον τραγελαφική. Κατέληξα να περνάω τόσο ωραία, που μόνο που δεν την ευχαρίστησα κι από πάνω την εν λόγω.

Μπορεί να απέτυχα στην αρχή, εν τέλει όμως, έστω και στην εκπνοή του χρόνου, μου χαρίστηκε ένα από τα ωραιότερα φινάλε… Αν μη τι άλλο, γελάσαμε και φέτος.