Νοέμβριος 1918: εξέγερση των «Σπαρτακιστών» και σε λίγο δολοφονία της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Πώς θα μπορούσε να ανασυγκροτηθεί επαρκώς η σκέψη της;
Η μία πλευρά συνίσταται στην επεξεργασία ενός οικονομικού ντετερμινισμού που προεξοφλούσε την αναπότρεπτη κατάρρευση του καπιταλισμού. Η βεβαιότητα αυτή εγγράφεται στην αισιοδοξία που καλλιεργούσαν για τον «ιστορικό ρόλο» του προλεταριάτου οι θεωρητικοί ηγέτες του SPD και ειδικότερα ο Κάουτσκι. Η Λούξεμπουργκ ωστόσο, αρκετά νωρίς και με ορισμένες παλινδρομήσεις, επιχείρησε να καθορίσει με ακρίβεια τον πυρήνα της «ιστορικής αναγκαιότητας» και να συναγάγει τις πολιτικές της συνέπειες.
Η εναλλακτική έκβαση της κρίσης, που χαρακτήριζε και κατά τη γνώμη της την ευρωπαϊκή κεφαλαιοκρατική κοινωνία και η οποία δεν εξαντλούνταν σε οικονομική, καθώς επίσης και η ανάδειξη του «υποκειμενικού παράγοντα της σοσιαλιστικής ανατροπής» (1899), στοιχειοθετούσε μια διαφορετική αίσθηση του ιστορικού γίγνεσθαι.
Δηλαδή προϋπέθετε τον διαχωρισμό φύσης και κοινωνίας, την απεμπλοκή της υλιστικής αντίληψης της ιστορίας από το δαρβινίζοντα εξελικτισμό και την επίκληση της πρωτόγονης κοινοκτημοσύνης και της κομμουνιστικής κοινωνίας του μέλλοντος ως κριτηρίων για την αξιολόγηση των δεδομένων, στα οποία εκφράζεται η «πτώση» του παρόντος κοινωνικού σχηματισμού.
Ο φορέας των ιστορικών αλλαγών είναι οι «μάζες» που κινητοποιούν το επαναστατικό τους «ένστικτο» με αυτενέργεια, ωθούν τα κόμματα που επιδιώκουν να τις εκπροσωπήσουν στην πραγματοποίηση της στρατηγικής τους και αξιώνουν απ’ αυτά τη δημοκρατική τους λειτουργία, εδραιώνοντας την αρχή ότι ελευθερία σημαίνει «ελευθερία για κείνους που σκέφτονται διαφορετικά» (1918).
Τούτο θα συνιστούσε το αποτελεσματικό αντίδοτο στον αύξοντα «μπλανκισμό» που διακήρυσσε και εμπέδωνε ο μπολσεβικισμός, ενώ η πρόκληση στη γραφειοκρατική καθίζηση του SPD περνούσε από την υιοθέτηση της «μαζικής απεργίας» και μιας «στρατηγικής ανατροπής».
Σ’ αυτήν τη δέσμη των ιδεών, η Λούξεμπουργκ εμφανίζεται σαν ένας Λένιν της Δύσης και συνάμα σαν ένας Κάουτσκι της Ανατολής. Δηλαδή ήταν απλώς η κόκκινη Ρόζα από το Ζάμοστς που δολοφονήθηκε στο Βερολίνο το 1919…
Οταν η λήξη του παγκοσμίου πολέμου σήμαινε για τη Γερμανία τη συνθηκολόγηση και την αναταραχή στο εσωτερικό της, η Λούξεμπουργκ πρωτοστατεί στη διαμόρφωση του προγράμματος του «Spartakusbund», με εννοιολογικό άξονα το δίλημμα: «σοσιαλισμός ή πτώση στη βαρβαρότητα» (14-12-1918), καθώς και στην ίδρυση του KPD, επιμένοντας ότι η «διαλεκτική της ιστορίας» επαναφέρει τους συνειδητούς επαναστάτες στην εποχή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, οπότε η εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού ήταν «άμεση αναγκαιότητα», που προέκυπτε από την «ίδια την ιστορική εξέλιξη».
Οι εκτιμήσεις αυτές οδηγούσαν στην επανερμηνεία των στόχων του προγράμματος της Ερφούρτης, με το οποίο η γερμανική σοσιαλδημοκρατία παρουσιαζόταν να συγκεντρώνει το ενδιαφέρον της στις minimum διεκδικήσεις και έκανε τον σοσιαλισμό «απώτερο τελικό σκοπό».
Κυρίως όμως υπονοούσε την εγκατάλειψη του τρόπου με τον οποίο «ζούσε ή ορθότερα πέθανε» το SPD, δηλαδή την προσκόλληση στη νόμιμη οδό της κοινοβουλευτικής πάλης, και επομένως τη διάλυση της αυταπάτης, που η καταγωγή της χρεώνεται στον Ενγκελς, ότι η εργατική τάξη μπορούσε να φτάσει στους στόχους της απλώς «κάνοντας την επανάσταση στους δρόμους». Ο «αληθινός μαρξισμός» αποσκοπεί στην επανασύζευξη των άμεσων διεκδικήσεων με τον «τελικό σκοπό» και για τούτο δακτυλοδεικτεί τον Κάουτσκι ως κέρβερο του «απόλυτου κοινοβουλευτισμού», που υποχρέωνε το εργατικό κίνημα να δρα με βάση τους όρους που του έθετε η καπιταλιστική κοινωνία, χωρίς να επιδεικνύει κάποια «σοβαρή διάθεση» να τους υπερνικήσει (31-12-1918).
Στο διακηρυκτικό αυτό κείμενο, που ο πολεμικός του τόνος εξυφαίνεται με την πρόθεση οι σημερινές αντιθέσεις με την ηγεσία του διασπασμένου πια SPD να χρεώνονται στο παρελθόν του, περιλαμβάνεται επίσης το δίλημμα που σημειώσαμε παραπάνω και το οποίο έχει σαφή μεθοδολογική σημασία για την κατανόηση της σκέψης της Λούξεμπουργκ. Δηλαδή, το αν η ανθρωπότητα «ή βυθίζεται στη βαρβαρότητα ή σώζεται εγκαθιδρύοντας τον σοσιαλισμό» σημαίνει τον οστρακισμό του μονοδιάστατου οικονομικού καταστροφισμού και την εξασφάλιση μιας διαζευκτικής έκβασης της ιστορίας που θα εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της επαναστατικής παρέμβασης του προλεταριάτου.
Μ’ αυτήν ακριβώς την αίσθηση της ιστορίας διαπιστώνεται ότι αδυνατούμε να προβλέψουμε ό,τι «νομοτελειακά» θα επακολουθήσει και αποσαφηνίζεται ότι η επαναστατική διαδικασία εκτυλίσσεται «από τα κάτω προς τα πάνω», σύμφωνα άλλωστε με τον «μαζικό χαρακτήρα» που απαιτεί η κοινωνική ανατροπή (31-12-1918).
Αυτή ωστόσο η υπογράμμιση, με προφανή την αιχμή ότι ο σοσιαλισμός δεν εγκαθιδρύεται με «μερικά διατάγματα» (31-12-1918) που συντάσσονται «στο πράσινο τραπέζι μιας ντουζίνας διανοουμένων» (1918), είχε ήδη στοιχειοθετηθεί στην αρχική, κριτική της Λούξεμπουργκ στον «ιακωβινισμό» της οργανωτικής δομής του μπολσεβικισμού (1904), καθώς και στη θεωρητική επεξεργασία της εμπειρίας της από την πρώτη ρωσική επανάσταση που έδειξε ότι η «Madame ιστορία αποστρέφεται και με πλατύ χαμόγελο περιφρονεί τα γραφειοκρατικά στερεότυπα» (1906).
*ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων
