Προεδρικό διάταγμα το οποίο κάνει ακόμη πιο εύκολη την οπλοκατοχή για πολλούς Βραζιλιάνους υπέγραψε σήμερα ο νέος ακροδεξιός πρόεδρος Ζαίρ Μπολσονάρο, σε μια από τις πρώτες αμφιλεγόμενες αλλά αναμενόμενες αλλαγές της δίοικησής του, στη χώρα με τις περισσότερες ανθρωποκτονίες.
Κατά την υπογραφή του προεδρικού διατάγματος, που έγινε σε ζωντανή τηλεοπτική μετάδοση, ο Μπολσονάρο υποστήριξε πως η σημερινή και άλλες αλλαγές που αναμένεται να προωθηθούν στο Κογκρέσο θα βοηθήσουν τους πολίτες να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους.
Σύμφωνα άλλωστε με τον πρώην στρατιωτικό και νυν πρόεδρο της Βραζιλίας η εκλογική του νίκη σήμανε ότι οι πολίτες της μεγαλύτερης χώρας της Λατινικής Αμερικής ήθελαν να οπλιστούν.
«Οι πολίτες αποφάσισαν υπέρ της αγοράς όπλων και δεν μπορούμε να τους το αρνηθούμε σε αυτή τη φάση» είπε ο Μπολσονάρο, ο οποίος κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας έκανε συχνά χειρονομίες που παραπέμπουν στη χρήση όπλου.
Όπως αναφέρει το Associated Press σε σχετικό δημοσίευμά του, το προεδρικό διάταγμα καθιερώνει μια ευρεία γκάμα κατηγοριών για εκείνους που έχουν δικαίωμα οπλοκατοχής και κυβερνητικοί αξιωματούχοι σχολίαζαν ότι προβλέπει σχεδόν κάθε πολίτη που θέλει όπλο.
Οι κατηγορίες περιλαμβάνουν πολίτες που ζουν σε αγροτικές περιοχές και αστικές περιοχές με υψηλά επίπεδα ανθρωποκτονιών, επιχειρηματίες, συλλέκτες όπλων και κυνηγούς. Οι κάτοχοι όπλων θα πρέπει ωστόσο να πληρούν κάποιες προϋποθέσεις όπως το να μην έχουν ποινικό μητρώο, να υποβληθούν σε ψυχολογικά τεστ, να κάνουν μάθημα χρήσης σε λέσχη όπλων και να είναι τουλάχιστον 25 ετών.
Πριν από το προεδρικό διάταγμα η νομοθεσία στη Βραζιλία προέβλεπε ότι για να αποκτήσει κάποιος όπλο έπρεπε να δικαιολογήσει το ενδιαφέρον του.
Το προεδρικό διάταγμα προβλέπει επίσης παράταση κατά πέντε έτη της περιόδου για ανανέωση της άδειας πυροβόλου όπλου.
Αν και το διάταγμα επιτρέπει σε περισσότερους ανθρώπους να αποκτήσουν όπλο, παραμένει παράνομη η μεταφορά τους δημόσια για τους πιο πολλούς πολίτες.
Για δεκαετίες η Βραζιλία κατέχει τη «μαύρη» πρωτιά στις ανθρωποκτονίες. Πέρυσι σχεδόν 64.000 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους κυρίως από πυροβόλα όπλα.
