Στη σκιά του προβληματισμού που διατύπωσαν οι δανειστές για την κατάργηση του υποκατώτατου μισθού και για το ποσοστό αύξησης του κατώτατου πραγματοποιούνται σήμερα οι συναντήσεις της ηγεσίας του υπουργείου Εργασίας με τα υψηλόβαθμα στελέχη των πιστωτών.
Η συνάντηση ξεκίνησε με ένα θέμα που μετά τα «κόκκινα δάνεια» αποτελεί δεύτερη σοβαρή πηγή ανησυχίας για τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Πρόκειται για τις δικαστικές αποφάσεις που δεν έχουν τελεσιδικήσει και αφορούν τους μισθούς και τα δώρα που κόπηκαν στη διάρκεια των μνημονιακών χρόνων σε εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχους και εν ενεργεία δημόσιους υπαλλήλους.
Στις Βρυξέλλες παρακολουθούν διαρκώς το θέμα, ρωτώντας να μάθουν για τα ρίσκα και τη «γραμμή άμυνας» που στήνει η ελληνική πλευρά σε περίπτωση που ο προϋπολογισμός κατακλυστεί από δικαστικές αποφάσεις που θα προβλέπει την επαναφορά τους, ενώ το δικό τους ραντάρ έχουν στήσει και οι αγορές στις οποίες πολύ σύντομα θα απευθυνθεί η χώρα.
Στη σημερινή συνάντηση με το κουαρτέτο θα εξεταστούν δεσμεύσεις-μεταρρυθμίσεις που απορρέουν από το πρόγραμμα ενισχυμένης εποπτείας, όπως είναι η στελέχωση της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) με επιπλέον προσωπικό, αλλά και φορολογικές εκκρεμότητες δευτερεύουσας όμως σημασίας.
Τη σκυτάλη θα πάρουν στη συνέχεια οι αλλαγές στα εργασιακά, οι οποίες αποτελούν πρωτεύον ζήτημα για την κυβέρνηση που έχει μπροστά της τρεις εκλογικές αναμετρήσεις, σε αντίθεση με τους δανειστές που θεωρούν τα «κόκκινα» δάνεια τα βαθιά νερά αυτής της αξιολόγησης.
Οι δανειστές συμφωνούν σε αύξηση έως 7%-7,5% στα κατώτατα ημερομίσθια, θεωρώντας υπερβολή μία αναπροσαρμογή έως 10% που προτείνει η «επιτροπή σοφών» του υπουργείου Εργασίας.
Η χώρα έχει κόψει από τις 21 Αυγούστου του 2018 τις βαριές αλυσίδες των μνημονίων, οπότε τίποτα δεν εμποδίζει την ελληνική πλευρά να το κάνει.
Τη θετική διάσταση που θα έχει η αύξηση του κατώτατου μισθού επισήμαναν οι εκπρόσωποι της Ελληνικής Συνομοσπονδίας Ελληνικού Εμπορίου στους εκπροσώπους των θεσμών (Ε.Ε., ΕSM, EKT, ΔΝΤ) με τους οποίους συναντήθηκαν χθες στα γραφεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Αθήνα, ύστερα από πρόσκληση του Ντέκλαν Κοστέλο.
Οι εκπρόσωποι της ΕΣΕΕ υπογράμμισαν ότι η επικείμενη αύξηση θα συμβάλει τουλάχιστον στη μεταβολή της ψυχολογίας και θα παράσχει στις εμπορικές επιχειρήσεις μια μικρή αλλά πολύ αναγκαία ρευστότητα.
Παράλληλα, έθεσαν τις επιφυλάξεις τους για το θέμα του αυξημένου –σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες– μη μισθολογικού κόστους, το οποίο όπως είπαν πρέπει να μπει στην ατζέντα των θεμάτων που θα διευθετηθούν.
Αύριο οι συναντήσεις με τα υψηλόβαθμα στελέχη των πιστωτών θα επικεντρωθούν στα δημοσιονομικά.
