ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι ευρωεκλογές του 2019 θα είναι χωρίς αμφιβολία ένα σταυρόλεξο για πολύ δυνατούς λύτες. Και αυτό όχι μόνο διότι -όπως προβλέπουν οι δημοσκοπήσεις- θα διαταραχθεί περισσότερο από ποτέ η πολιτική ισορροπία στην ενωμένη Ευρώπη, αλλά και επειδή για πρώτη φορά στην ιστορία της Ε.Ε. θα πρέπει επιλεχθούν ταυτοχρόνως (λαμβάνοντας υπόψη τα εκλογικά αποτελέσματα και με σεβασμό στις γεωγραφικές ισορροπίες) όλα τα πρόσωπα που θα αναλάβουν τα ηνία της τα επόμενα χρόνια.

Θα πρέπει δηλαδή να οριστούν οι πρόεδροι της Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο ή η υπουργός Εξωτερικών και ενδεχομένως οι πρόεδροι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Eurogroup. Ποτέ ώς σήμερα όλες αυτές οι αλλαγές δεν έχουν συμπέσει χρονικά.

Ως προς τις πολιτικές ισορροπίες, ένα πράγμα είναι βέβαιο και είναι καθοριστικής σημασίας: Για πρώτη φορά από το 1979, όταν έγιναν οι πρώτες ευρωεκλογές, οι δύο μεγάλες παραδοσιακές πολιτικές οικογένειες της Ευρώπης, δηλαδή οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Σοσιαλδημοκράτες, δεν θα έχουν από κοινού την πλειοψηφία της Ευρωβουλής. Στην υπάρχουσα Ευρωβουλή έχουν το 55% των εδρών, αλλά στην επόμενη μάλλον θα έχουν περί το 45%.

Η εξέλιξη είναι ιστορικής σημασίας στον βαθμό που πριν από σαράντα χρόνια οι δύο αυτές πολιτικές οικογένειες, έστω και ατύπως, είχαν συμφωνήσει να μοιράζονται κοινή συναινέσει τις ηγετικές θέσεις της Ευρώπης. Από τον Μάιο του 2019 και μετά ωστόσο όλα αυτά θα ανήκουν στο παρελθόν.

Το κεντροδεξιό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ), στο οποίο συμμετέχουν οι Χριστιανοδημοκράτες, εκτιμάται πως θα έχει στη νέα Ευρωβουλή των 705 εδρών (χωρίς τους Βρετανούς) περί τους 180 ευρωβουλευτές, ενώ οι Ευρωπαίοι Σοσιαλιστές μετά βίας θα φτάσουν τους 135 ευρωβουλευτές.

Από ’κεί και πέρα στη νέα Ευρωβουλή κατά πάσα πιθανότητα θα υπάρξουν άλλες έξι πολιτικές ομάδες ευρωβουλευτών, τρεις εκ των οποίων θα βρίσκονται δεξιότερα του ΕΛΚ και τρεις αριστερότερα.

Εκαστη εκ των ακροδεξιών πολιτικών ομάδων θα έχει περί τους 50 ευρωβουλευτές, δηλαδή από κοινού θα είναι η δεύτερη πολιτική δύναμη στην Ευρωβουλή. Στην πράξη όμως αυτό δεν αναμένεται να συμβεί, κυρίως επειδή οι εθνικιστές μισιούνται μεταξύ τους περισσότερο απ’ ό,τι μισούν τους άλλους. Κάτι που δεν δείχνει να μπορεί να αντιληφθεί ο άλλοτε σύμβουλος του προέδρου των ΗΠΑ, Στιβ Μπάνον, ο οποίος δηλώνει ότι συνεχίζει να εργάζεται με στόχο την ένωση όλων των ακροδεξιών λαϊκιστών της Ευρώπης.

Από την άλλη πλευρά, η πολιτική ομάδα των Φιλελεύθερων θα μπορούσε να φτάσει τις 90 έδρες στη νέα Ευρωβουλή (μαζί ενδεχομένως με τους ευρωβουλευτές του Μακρόν), ενώ οι πολιτικές ομάδες των Οικολόγων και της Ευρωπαϊκής Ενωτικής Αριστεράς θα μπορούσαν να έχουν περί τους 60 ευρωβουλευτές έκαστη.

Είναι σαφές ότι για τον σχηματισμό πλειοψηφίας στην Ευρωβουλή που θα προκύψει τον Μάιο του 2019 θα απαιτείται η συμμαχία τουλάχιστον τριών πολιτικών ομάδων.

Αναλόγως των θεμάτων, οι πλειοψηφίες θα μπορούσαν άλλοτε να έχουν δεξιότερη απόχρωση και άλλοτε αριστερότερη.

Το μείζον ερώτημα φυσικά είναι τι είδους πολιτική απόχρωση θα έχει ο διάδοχος του Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ στην προεδρία της Επιτροπής, δηλαδή στο εξ αντικειμένου ισχυρότερο ηγετικό πόστο στην Ε.Ε.

Η επιλογή του προσώπου που θα αναλάβει την προεδρία της Επιτροπής είναι συνήθως προαπαιτούμενο για την εξεύρεση των προσώπων που θα αναλάβουν τα άλλα ηγετικά πόστα στην Ε.Ε.

Προς το παρόν πάντως υπάρχουν δύο υποψηφιότητες για την προεδρία της Επιτροπής: αυτή του Βαυαρού Μάνφρεντ Βέμπερ για λογαριασμό του ΕΛΚ και αυτή του Ολλανδού Φραντς Τίμερμανς για λογαριασμό των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών.

Δύο υποψηφιότητες εξαιρετικά αδύναμες, που μάλλον θα παίξουν τον ρόλο του «λαγού». Δυο πρόσωπα που δεν έχουν διατελέσει πρωθυπουργοί -όπως όλοι οι μετά τον Ζακ Ντελόρ πρόεδροι της Επιτροπής- και που είναι εντελώς άγνωστα στο ευρύ ευρωπαϊκό κοινό.

Με άλλα λόγια, η διαδικασία του 2014, που λίγο-πολύ προέβλεπε ότι πρόεδρος της Επιτροπής εκλέγεται κοινή συναινέσει ο εκλεκτός της ισχυρότερης πολιτικής ομάδας της Ευρωβουλής, δεν πρόκειται να επαναληφθεί.

Είναι ωστόσο αναμενόμενο ότι το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, μετά τις ευρωεκλογές του Μαΐου, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι ήλθε πρώτο, θα απαιτήσει να προέλθει εκ νέου από τους κόλπους του -και για τέταρτη διαδοχικά πενταετία- ο νέος πρόεδρος της Επιτροπής.

Στην περίπτωση αυτή θα είναι καθοριστικής σημασίας εξέλιξη το αν και κατά πόσο θα λάβει στη νέα Ευρωβουλή σάρκα και οστά το σχέδιο Μακρόν, που αποβλέπει στον σχηματισμό μιας νέας πολιτικής συμπαράταξης η οποία θα περιλαμβάνει όσους προοδευτικούς, φιλελεύθερους, σοσιαλιστές, οικολόγους και ριζοσπάστες αριστερούς ευρωβουλευτές πιστεύουν και επιθυμούν να προωθήσουν το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Με άλλα λόγια, θα μπορούσε να προκύψει ένα νέο πολιτικό μέτωπο το οποίο, ακόμα και χωρίς να διαθέτει την απόλυτη πλειοψηφία των ευρωβουλευτών, θα μπορούσε να ισχυριστεί πως είναι πρώτο σε έδρες και συνεπώς δικαιούται να έχει τον πρώτο λόγο στη μοιρασιά των ηγετικών θέσεων της Ε.Ε.

Οσο δε περισσότερο πολυσυλλεκτικό είναι το μέτωπο αυτό, τόσο περισσότερο θα μπορεί να ισχυριστεί πως είναι ο κορμός της Ευρώπης.

Εξ ου και τα μεγάλα ανοίγματα ουκ ολίγων Ευρωπαίων ηγετών προς τον Αλέξη Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ, η συμμετοχή του οποίου στο μέτωπο έχει κυρίως συμβολική και δευτερευόντως αριθμητική σημασία.

Σε ό,τι αφορά τις σχέσεις τού υπό διαμόρφωση μετώπου με το ΕΛΚ, πολλά θα εξαρτηθούν από το αν το κόμμα της ευρωπαϊκής Κεντροδεξιάς θα συνεχίσει να καλύπτει πολιτικά και να περιθάλπει ακροδεξιούς αντιευρωπαϊστές τύπου Ορμπαν. Αν συνεχίσει, η επίτευξη συμφωνιών σε όλα τα επίπεδα θα είναι μάλλον δυσχερής, αφού συν τοις άλλοις όλα δείχνουν πως στο εγγύς μέλλον το πολιτικό καθεστώς της Ουγγαρίας θα βρεθεί αντιμέτωπο όχι μόνο με πολιτικές καταδίκες, αλλά και με πραγματικές, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Από την άλλη βεβαίως, οι παροικούντες τις Βρυξέλλες γνωρίζουν πως οι αποφάσεις για τα πρόσωπα που διοικούν την Ε.Ε. ναι μεν τύποις εγκρίνονται ή ευλογούνται από την Ευρωβουλή, πλην όμως επί της ουσίας λαμβάνονται από τα κράτη-μέλη, αρχής γενομένης από τον γαλλογερμανικό άξονα.

Το ερώτημα που προς το παρόν δεσπόζει είναι αν το Βερολίνο θα εξακολουθήσει να «σνομπάρει» τα ηγετικά πόστα της Ευρώπης, όπως σήμερα, που δεν διαθέτει κανένα (ελέγχει βεβαίως τις θέσεις-κλειδιά στους μηχανισμούς της Ε.Ε.), ή αν θα αλλάξει ρότα και θα παρουσιάσει υποψηφίους.

Το ενδεχόμενο να φτάσει η Ε.Ε. μετά τις ευρωεκλογές σε πολιτική κρίση -αδυνατώντας να συμφωνήσει στα πρόσωπα- και να εμφανιστεί κάποια στιγμή ως από μηχανής θεά η Ανγκελα Μέρκελ, προσφερόμενη να εγκαταλείψει το Βερολίνο χάριν των Βρυξελλών, δεν μπορεί να αποκλειστεί, παρά τις κατά καιρούς διαψεύσεις της καγκελαρίου. Οπως άλλωστε δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να είναι Γερμανός ο διάδοχος του Μάριο Ντράγκι στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση πάντως, οι Γερμανοί γνωρίζουν πως θα πρέπει ως αντάλλαγμα να επιδείξουν ελαστικότητα και εποικοδομητική στάση στα οικονομικά ζητήματα, όπως για παράδειγμα το ύψος και η χρήση των κονδυλίων του κυοφορούμενου προς το παρόν προϋπολογισμού της ευρωζώνης. Κάτι που ώς σήμερα δεν έχει διαφανεί, παρά τις κατά καιρούς εκκλήσεις της Γαλλίας.