Μετά τις μίνι διακοπές για την περίοδο των εορτών η βρετανική κυβέρνηση ξεκινάει εκ νέου τις συζητήσεις για την ολοκλήρωση της συμφωνίας για το Brexit. Η Τερέζα Μέι αναμένεται να έχει νέο γύρο επαφών με ηγέτες κρατών-μελών και θεσμών της Ε.Ε. ελπίζοντας σε βελτίωση των όρων αποχώρησης από την Ένωση.
Σύμφωνα με τους Financial Times η Βρετανή πρωθυπουργός έχει γεμάτο καρνέ αυτή την εβδομάδα, καθώς αναμένεται να συναντηθεί με την Άνγκελα Μέρκελ και τον πρωθυπουργό της Ολλανδίας Μαρκ Ρούτε, αλλά και με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ.
Η Μέι θέλει περαιτέρω εγγυήσεις ότι το λεγόμενο backstop, ο μηχανισμός ασφαλείας που έχει συμφωνηθεί για να αποφευχθεί ο κίνδυνος να υπάρξουν «σκληρά» σύνορα μεταξύ του ΗΒ και της Ιρλανδίας, θα έχει συγκεκριμένη, περιορισμένη χρονική διάρκεια, κατά το δημοσίευμα.
Στο εσωτερικό μέτωπο, ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας Τζέρεμι Χαντ, εκφράζει την αισιοδοξία του πως η Μέι θα βρει τρόπο να πετύχει έγκριση της συμφωνίας για το Brexit εντός του κοινοβουλίου.
«Όταν η Τερέζα Μέι επιστρέψει με τις εγγυήσεις που ζητεί από την ΕΕ ότι η συμφωνία που είναι πάνω στο τραπέζι δεν πρόκειται να μας οδηγήσει να παγιδευτούμε μόνιμα στην τελωνειακή ένωση (…) θα βρει τρόπο να εγκριθεί αυτή η συμφωνία από το κοινοβούλιο», έκρινε ο Χαντ ερωτηθείς σχετικά έπειτα από μια ομιλία στη Σιγκαπούρη.
Απέρριψε εκ νέου το ενδεχόμενο δεύτερου δημοψηφίσματος υποστηρίζοντας ότι αυτό θα έβλαπτε τη δημοκρατία, ενώ τόνισε ότι οι συνέπειες που θα είχε για την κοινωνία το ενδεχόμενο το ΗΒ να μην αποχωρήσει από την ΕΕ θα ήταν «καταστροφικές».
Στον αντίποδα, ο πρώην υπουργός για το Brexit Ντέιβιντ Ντέιβις υποστηρίζει σε άρθρο του ότι η κ. Μέι θα πρέπει να καθυστερήσει την ψηφοφορία στη Βουλή των Κοινοτήτων.
«Όσο περισσότερο προετοιμαζόμαστε για να αποχωρήσουμε από την ΕΕ χωρίς συμφωνία, τόσο πιθανότερη γίνεται μια καλή συμφωνία», επιχειρηματολόγησε ο Ντέιβις στο άρθρο του, το οποίο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα The Telegraph.
Ο πρώην υπουργός των Τόρις υποστήριξε ακόμη ότι η ΕΕ ανησυχεί για τον κίνδυνο να μην καταβληθεί από το Λονδίνο το ποσό των 39 δισεκατομμυρίων δολαρίων όπως συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης των δύο πλευρών για το διαζύγιο.
