ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Βίκυ Καπετανοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ο λαϊκισμός είναι τόσο παλιός όσο κι η ίδια η δημοκρατία» έγραφε χθες η «Guardian».

«Ωστόσο, τα τελευταία είκοσι χρόνια έχουν αποδειχτεί ιδιαιτέρως γόνιμα: λαϊκιστές ηγέτες κυβερνούν πλέον χώρες με συνολικό πληθυσμό σχεδόν δύο δισεκατομμυρίων, την ώρα που λαϊκιστικά κόμματα κερδίζουν έδαφος σε περισσότερες από δώδεκα άλλες Δημοκρατίες, πολλές από τις οποίες στην Ευρώπη».

Εξι μήνες πριν από τις ευρωεκλογές του Μαΐου, στις οποίες αρκετοί πολιτικοί αναλυτές προβλέπουν να σαρώνουν οι (ακρο)δεξιοί λαϊκιστές, η έγκριτη βρετανική εφημερίδα άρχισε από χθες να δημοσιεύει τμηματικά την εκτενέστατη έρευνά της για την άνοδο του νέου λαϊκισμού, όπως τον ονομάζει – έρευνα που διενεργήθηκε από ομάδα δημοσιογράφων με τη σύμπραξη περισσοτέρων από τριάντα πολιτικών επιστημόνων.

Βάσει των συμπερασμάτων της λοιπόν, τα λαϊκιστικά κόμματα έχουν υπερτριπλασιάσει τις δυνάμεις τους στην Ευρώπη την τελευταία 20ετία, εξασφαλίζοντας αρκετές ψήφους ώστε να συμμετάσχουν σε κυβερνήσεις σε έντεκα χώρες, γεγονός που σείει συθέμελα το μεταπολεμικό πολιτικό κατεστημένο σε ολόκληρη την ήπειρο.

Τα στοιχεία δείχνουν πως η υποστήριξη προς τα λαϊκιστικά κόμματα -ειδικά τα (ακρο)δεξιά- παρουσιάζει σταθερή ανοδική πορεία τουλάχιστον από το 1998, όπως προκύπτει από την ανάλυση των εκλογικών τους επιδόσεων σε 31 ευρωπαϊκές χώρες.

Πριν από δύο δεκαετίες βρίσκονταν λίγο-πολύ στο πολιτικό περιθώριο, συγκεντρώνοντας μόλις το 7% των ψήφων πανευρωπαϊκά.

Στις πιο πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις όμως τα δεδομένα έχουν αλλάξει άρδην: ένας στους τέσσερις Ευρωπαίους ψηφίζει πλέον κάποιο λαϊκιστικό κόμμα.

Η έρευνα εξετάζει (ισοπεδωτικά ή μη) όλο το φάσμα του λαϊκισμού στην Ευρώπη: από την άκρα δεξιά μέχρι αριστερά κόμματα, στα οποία -όσο κι αν ξενίζει πολλούς- εντάσσει μεταξύ άλλων τον ΣΥΡΙΖΑ, το ισπανικό Podemos και την Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λικ Μελανσόν.

Τα κόμματα αυτά πολλαπλασίασαν ταχύτατα τις δυνάμεις τους στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, απέτυχαν όμως να κατακτήσουν την εξουσία με μοναδική εξαίρεση την Ελλάδα.

«Υπάρχουν τρεις βασικοί λόγοι για τη ραγδαία άνοδο του λαϊκισμού στην Ευρώπη» εκτιμά ο πολιτικός επιστήμονας Κας Μαντ.

«Η μεγάλη ύφεση, που δημιούργησε λιγοστά αριστερά λαϊκιστικά κόμματα στον Νότο, η αποκαλούμενη προσφυγική κρίση, που έγινε καταλύτης για τους δεξιούς λαϊκιστές και τέλος ο μετασχηματισμός μη λαϊκιστικών κομμάτων σε λαϊκιστικά, όπως το Fidesz [στην Ουγγαρία] και το PiS [στην Πολωνία]».

Τα τελευταία χρόνια μάλιστα αποφασιστικό ρόλο στην ισχυροποίηση των αυτοαποκαλούμενων αντισυστημικών κομμάτων έχουν παίξει τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

«Η οργή, την οποία λαϊκιστές πολιτικοί καταφέρνουν να πυροδοτούν, ενδυναμώνεται με μηνύματα στα social media επειδή μέσω αυτών είναι πολύ εύκολη η ένταση του θυμικού.

Αποτέλεσμα, η κλιμάκωση της πόλωσης στον πολιτικό και δημοσιογραφικό λόγο» σημειώνει η Κλαούντια Αλβαρες, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Lusofona της Λισαβόνας.

Στον ευρωπαϊκό Νότο, οι Ελληνες, που μάτωσαν από την οικονομική κρίση του 2008, έδωσαν το 2012 το 27% των ψήφων τους στους «ριζοσπάστες αριστερούς λαϊκιστές του ΣΥΡΙΖΑ», όπως τους χαρακτηρίζει η έρευνα.

Τρία χρόνια αργότερα, αναφέρει, έγιναν κυβέρνηση με εκλογικό ποσοστό αυξημένο κατά σχεδόν δέκα μονάδες.

Στην Ισπανία, το Podemos, που έχει επίσης κάνει σημαία του τη μάχη κατά της λιτότητας, έλαβε εκλογικό ποσοστό 21% το 2015, μόλις έναν χρόνο μετά την ίδρυσή του.

τη δε Ιταλία, δεκαετίες διαφθοράς και κακοδιαχείρισης, σε συνδυασμό με τον αντίκτυπο της προσφυγικής κρίσης του 2015, έφερε στην κυβέρνηση το λαϊκιστικό Κίνημα των Πέντε Αστέρων και τη λαϊκιστική ακροδεξιά Λέγκα.

Στην ευρωπαϊκή Δύση, η άνοδος του λαϊκισμού αντικατοπτρίζεται πρωτίστως στις αλλεπάλληλες εκλογικές επιτυχίες του ακροδεξιού AfD στη Γερμανία, ως απότοκο της προσφυγικής πολιτικής της Ανγκελα Μέρκελ.

Στη Γαλλία, η ακροδεξιά Μαρίν Λεπέν έφτασε μέχρι τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών το 2017, στις οποίες όμως και ο αριστερός Ζαν-Λικ Μελανσόν πέτυχε αναπάντεχα καλές επιδόσεις.

Στην Αυστρία, το ακροδεξιό Κόμμα των Ελευθέρων, που ιδρύθηκε από ναζιστές, συγκυβερνά με το δεξιό Λαϊκό Κόμμα.

Στον Βορρά της Ευρώπης και δη στην Ολλανδία, το ισλαμοφοβικό PVV του Χερτ Βίλντερς είναι δεύτερο κόμμα στη Βουλή. Στη Βρετανία το λαϊκιστικό εθνικιστικό UKIP συνέβαλε καθοριστικά στην απόφαση για Brexit.

Ανάλογη η εικόνα και στη Σκανδιναβία, όπου η λαϊκιστική Ακροδεξιά δυναμώνει ολοένα.

Σημαντικά τα εκλογικά κέρδη της και στην ανατολική Ευρώπη, όπου οι τέσσερις χώρες της ομάδας Βίζεγκραντ (Ουγγαρία, Πολωνία, Τσεχία, Σλοβακία) κυβερνώνται από λαϊκιστές και συχνά υπερεθνικιστές, που επιτίθενται απροκάλυπτα στις αξίες και τους θεσμούς της δημοκρατίας (π.χ. δικαιοσύνη, ΜΜΕ), δαιμονοποιώντας τόσο αλλοδαπούς και αλλόθρησκους όσο και τους πολιτικούς τους αντιπάλους.

Ιnfo: Ο ορισμός του λαϊκισμού

«Οι λαϊκιστές τείνουν να περιχαρακώνουν την πολιτική ως μια μάχη ανάμεσα στις ενάρετες “κανονικές” μάζες και μια φαύλη ή διεφθαρμένη ελίτ, επιμένοντας πως η γενική βούληση του λαού πρέπει πάντα να θριαμβεύει» γράφει η βρετανική εφημερίδα.

«Η Guardian υιοθετεί τον κλασικό ορισμό του λαϊκισμού του πολιτικού επιστήμονα Κας Μαντ.  Ο λαϊκισμός, όπως λέει, συνδυάζεται συχνά με μια ιδεολογία “ξενιστή”, που μπορεί να είναι είτε αριστερή είτε δεξιά».

Σύμφωνα με το Μείζον Ελληνικό Λεξικό, ο ορισμός του λαϊκισμού είναι «η πολιτική πρακτική, η οποία αποσκοπεί στον προσπορισμό πολιτικού οφέλους με προγράμματα και ενέργειες που φορτίζουν συναισθηματικά έναν λαό και ακυρώνουν την κριτική και τον έλεγχο».