ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Έφη Μαρίνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υπέρ της Ελλάδος έπρεπε να κατασκευαστεί ένας ένοχος για μια δολοφονία. Τη δολοφονία ενός δημοσιογράφου, όχι ενός τυχαίου δημοσιογράφου, σε μια περίοδο από τις πιο αιματηρές της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας, όπου η άντληση «ενόχων» για τέτοιου είδους εγκλήματα έβρισκε πάντα πρόσφορο δυναμικό στη δεξαμενή ενός ολόκληρου κόμματος: του ΚΚΕ.

Και μάλιστα, σε μια πόλη που κινούνταν μέσα στη δίνη της ένοπλης αντιπαράθεσης. Ο δολοφονημένος είναι Αμερικανός δημοσιογράφος, το πτώμα του βρέθηκε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης τον Μάιο του 1948 και ο ένοχος, για την ελληνική κυβέρνηση, δεν θα μπορούσε να είναι παρά κομμουνιστής…

Εβδομήντα χρόνια μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Πολκ και την καταδίκη του Γρηγόρη Στακτόπουλου, ενός αθώου όπως αποδείχτηκε, ένα θεατρικό έργο ζωντανεύει τα πρόσωπα του δράματος που συγκλόνισε τη χώρα καταμεσής του Εμφυλίου.

Η υπόθεση έκλεισε χωρίς να βρεθεί ο ένοχος. Οσες προσπάθειες έκανε η οικογένεια Στακτόπουλου για αναψηλάφηση της δίκης ναυάγησαν, η ιστορία έμεινε ανοιχτή για να εμπνέει σενάρια, όμως η αλήθεια δεν αποκαλύφθηκε ποτέ.

Οπως σημειώνει η Σοφία Νικολαΐδου για το έργο της, «μέσα από σπαραγμένες αλήθειες και πανίσχυρα ψέματα κρίθηκε η μοίρα ενός αθώου. Και όλα, πάντα και παντού, αποφασίστηκαν Υπέρ Ελλάδος. Να χαθεί ένας άνθρωπος, να σωθεί μια χώρα».

Τρεις γυναίκες ξεκινούν την αφήγηση: η Πόντια μητέρα του Στακτόπουλου, η Αμερικανίδα μητέρα, η σύζυγος του Πολκ. Ακολουθούν ο δικηγόρος του Γρηγόρη Στακτόπουλου, ο ταγματάρχης της ανάκρισης, ένας εξάδελφος της χήρας Πολκ που είχε συναντηθεί με τον δημοσιογράφο όταν εκείνος αναζητούσε σύνδεσμο που θα τον έφερνε σε επαφή με τον Μάρκο Βαφειάδη για συνέντευξη μαζί του, ένας υπάλληλος της βρετανικής πρεσβείας, το μέλος του ΚΚΕ αλλά και Χορός τριών προσώπων: η πόλη με τους ψιθύρους, τις φήμες, τα σχόλια, τις απόψεις της.

Μετά την «Ισορροπία του Nash» και το επεισοδιακό κατέβασμα της παράστασης από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού λόγω της συγγραφικής εμπλοκής του Σάββα Ξηρού στο κείμενο, μετά το περσινό τολμηρό «Lebensraum» του Θανάση Τριαρίδη, η Πηγή Δημητρακοπούλου επανέρχεται ανεβάζοντας στη σκηνή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος μια ιστορία με αστυνομικό, πολιτικό και δικαστικό σασπένς, την υπόθεση Πολκ.

• Ενας Αμερικανός δημοσιογράφος νεκρός, ένας αθώος στη φυλακή και ο ένοχος ατιμώρητος. Στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου, τον Μάιο του 1948, στη Θεσσαλονίκη. Πώς φωτίζεται σήμερα, και μάλιστα στη σκηνή, μια τόσο σκοτεινή υπόθεση που δεν εξιχνιάστηκε ποτέ; Πώς βλέπει κανείς με τα μάτια τού σήμερα μια σκληρή, άγρια εποχή με συνωμοσίες, ίντριγκες, κατασκόπους και ενώ ο Εμφύλιος μαίνεται;

Γνώριζα την υπόθεση αλλά δουλεύοντας το έργο μπήκα στα βαθιά. Η αστυνομική πλευρά της ιστορίας σε συνεπαίρνει. Τα στοιχεία, οι καταθέσεις, τα πρόσωπα που ενεπλάκησαν, τα κίνητρα που μπορεί να είχαν οι διάφορες πλευρές. Αλλά το θέατρο δεν φιλοδοξεί να λύσει ένα μυστήριο 70 χρόνων. Εμεινα στο εξαιρετικό κείμενο της Σοφίας Νικολαΐδου, η οποία διάβασε τα πάντα γύρω από την υπόθεση, ύστερα τα έκλεισε κι έγραψε ελεύθερα το δικό της κείμενο.

Μου άρεσε ο σύγχρονος τρόπος αφήγησης καθώς και η γλώσσα που χρησιμοποιεί. Ο καθένας διηγείται την ιστορία από τη δική του πλευρά. Η χήρα για τον Πολκ και τη σχέση τους, η μάνα Στακτόπουλου για τον γιο της, ο κουμουνιστής για το κόμμα του. Ανθρωποι που συντρίβονται από την κυρίαρχη Ιστορία που σκάει κυριολεκτικά πάνω στα κεφάλια τους ως επιβεβλημένη «νομοτέλεια», ως «κοινό καλό», ως χρέος «Υπέρ Ελλάδος». Μέσα από τους μονολόγους ξεδιπλώνονται η ιστορία, στοιχεία και πραγματικά περιστατικά, αλλά δεν υπάρχουν ονόματα.

• Το πρόσωπο που εμφανίζεται ως υπάλληλος της βρετανικής πρεσβείας «φωτογραφίζει» τον Ράνταλ Κόουτ, προϊστάμενο του Βρετανικού Γραφείου Θεσσαλονίκης, πράκτορα της Intelligence Service στη Β. Ελλάδα;

Ο οποίος μετά την εξαφάνιση του Πολκ πήρε αμέσως μετάθεση για το Οσλο και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Κι αυτό το γεγονός μού θυμίζει την ιστορία με τον Σαουδάραβα Κασόγκι. Μια άποψη θέλει τον Πολκ να δολοφονείται μέσα σε κάποιο προξενείο, παρ’ όλο που δεν το θεωρώ ισχυρό σενάριο -είναι ευκολότερο να μεταφέρεις κάποιον ζωντανό απ’ ό,τι νεκρό. Η πόλη υπάρχει στο κείμενο. Μην ξεχνάμε πως ήταν «σύνορο», η γραμμή του αίματος.

Οι Θεσσαλονικείς γνωρίζουν την υπόθεση πολύ περισσότερο απ’ ό,τι οι Αθηναίοι. Οι φήμες, τα κουτσομπολιά γύρω από το έγκλημα κράτησαν καιρό. Κι απ’ ό,τι φαίνεται, το τέλος δεν πρόκειται να γραφτεί, θα μείνει για πάντα γρίφος. Ενα έγκλημα χωρίς δολοφόνο, εκτός κι αν βρεθεί κάποιο συνταρακτικό στοιχείο σε κλειδωμένο συρτάρι.

Οι αιτήσεις αναψηλάφησης της οικογένειας Στακτόπουλου έπεσαν στο κενό. Οι ενδιαφερόμενοι έχουν πεθάνει. Μελέτησα πάρα πολύ την υπόθεση, είναι δύσκολο να καταλήξεις κάπου. Ο καθένας κάνει υποθέσεις, διακινδυνεύει συμπεράσματα. Ο,τι υποψιάζεσαι δεν θα επιβεβαιωθεί ούτε θα διαψευστεί. Το μόνο που μπορούμε να πούμε σχεδόν με βεβαιότητα είναι πως ο Στακτόπουλος δεν είχε καμία ανάμειξη. Ηταν απλώς το θύμα που εξαναγκάστηκε σε «ομολογία».

• Πώς παρουσιάζεται ο Πολκ μέσα από τις αφηγήσεις των δύο γυναικών;

Ο Πολκ δολοφονήθηκε επειδή έγραφε την αλήθεια προσπαθώντας να είναι αντικειμενικός. Είχε κατηγορήσει την ελληνική κυβέρνηση ότι καταχράται τα χρήματα της αμερικανικής βοήθειας, στηλίτευε την Αγγλία για την πολιτική της στη Μ. Ανατολή, υποστήριζε πως ο Εμφύλιος στην Ελλάδα μπορεί να λήξει ειρηνικά.

• Τι είδους κίνητρο θα είχε λοιπόν το ΚΚΕ να δολοφονήσει έναν αντικειμενικό δημοσιογράφο;

Εγώ σκέφτομαι πως κανονικά θα έπρεπε να του παρείχε και φρουρά προστασίας… Ο Πολκ ζητούσε συνέντευξη από τον Βαφειάδη, την οποία ήθελαν οι αντάρτες καθώς έτσι η υπόθεσή τους θα έκανε τον γύρο του κόσμου. Την κυβέρνηση την ευνοούσε ένας κομμουνιστής ένοχος. Ο Στακτόπουλος -ο Ελληνας Ντρέιφους- καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη επειδή μιλούσε… αγγλικά. Η ιστορία μπορούσε να συμβεί σε οποιονδήποτε.

• Θα μπορούσε να συμβεί και σήμερα;

Μα, δεν συμβαίνει; Δεν υπάρχουν εξιλαστήρια θύματα μιας κοινωνίας που κρύβει τα σκουπίδια της κάτω από το χαλί, αθώοι που σαπίζουν στις φυλακές; Αστυνομικοί και δικαστικοί που θυσιάζουν κάθε έννοια δικαίου για να εξυπηρετήσουν ένα σύστημα; Πόσοι δημοσιογράφοι δολοφονούνται τελευταία επειδή κάποιους ενόχλησαν με το ρεπορτάζ τους; Βλέπεις διεθνώς μια τάση φίμωσης του Τύπου, καθώς σήμερα η πληροφορία μέσω του ίντερνετ διασπείρεται ταχύτατα.

• Θα λέγατε ότι κινδυνεύουν και Ελληνες δημοσιογράφοι;

Εεε, δεν θα το έλεγα…

• Πώς διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα στην έρευνα γεγονότων που εμφανίζονται θολά μέσα στην αχλή της Ιστορίας, των πολιτικών συγκυριών της εποχής που διαδραματίστηκαν;

Μα ούτε η ίδια η Ιστορία γράφεται αντικειμενικά. Προσπάθησα να δώσω σαφή πρόσωπα και διακριτό ρυθμό στην πολυφωνική αφήγηση όλων αυτών των ανθρώπων που είδαν τη ζωή τους να θρυμματίζεται επειδή μια ιδεολογία έπρεπε να επιβεβαιώσει την ισχύ της. Πάλεψα να δω τους θύτες και τα θύματα μαζί, από την ίδια πλευρά, ως κρίκους μιας κοινής αλυσίδας αφανισμένων.

Εβαλα στην άκρη τα ονόματα, τα κόμματα, γιατί αυτά είναι που οδηγούν σε προσωπικά συμπεράσματα. Εμεινα στις καταστάσεις των ανθρώπων. Δεν έχει σημασία το ποιος και το γιατί αλλά η επικρατούσα συνθήκη.

Η Νικολαΐδου λέει πολύ εύστοχα πως η Ιστορία, τελικά, είναι μυθοπλασία, τα γεγονότα μάς έρχονται ήδη ερμηνευμένα. Τα ιστορικά γεγονότα δεν έχουν αρχή, μέση και τέλος, οι εποχές δεν κόβονται με το μαχαίρι. Ολα είναι αλληλένδετα. Δεν μπορείς να βγάλεις συμπεράσματα για τον Μάιο του ‘48 αγνοώντας την περίοδο των Δεκεμβριανών.

Πώς να μη λάβεις υπόψη ότι η δολοφονία του Πολκ συνέπεσε με την αλλαγή σκυτάλης κυριαρχίας στην Ελλάδα, από τους Αγγλους στους Αμερικανούς; Τα θύματα στην υπόθεση αυτή είναι δύο: ο Πολκ και ο Στακτόπουλος.

• Και ο θύτης πώς ονομάζεται;

Ξένες δυνάμεις, κυβέρνηση, Δικαιοσύνη; Εφταιγαν οι δικαστές, η Χωροφυλακή, οι υπουργοί, ένα σάπιο σύστημα, ένα διεφθαρμένο καθεστώς; Ολοι αυτοί μαζί;

• Μπορεί κανείς να κρατήσει, όπως λέμε, «ίση απόσταση» μεταξύ αντίθετων πολιτικών πλευρών όταν τα γεγονότα διαγράφονται ξεκάθαρα όπως στην υπόθεση Πολκ;

Η θεωρία των ίσων αποστάσεων επιλέγεται κατά καιρούς για άλλους λόγους. Είναι διαφορετικό να κρατάς απόσταση για να παρατηρήσεις, να ελέγξεις με τη μεγαλύτερη δυνατή διαύγεια, κι άλλο να στέκεσαι στη μέση με αβρότητα, ευγένεια…

Αυτό θα ήταν ανώφελο έως ύποπτο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μιλάμε για δύο θύματα. Τι απόσταση να κρατήσεις ανάμεσα σ’ αυτούς και στους υπεύθυνους για την τύχη τους; Ιση απόσταση μπορείς να κρατήσεις μόνο ανάμεσα στα δύο θύματα.

Το μεγάλο στοίχημα της παράστασης ήταν να αφηγηθώ πως δεν υπάρχει «καθαρή» Ιστορία αλλά ένα κουβάρι αδικιών σ’ έναν βούρκο μίσους. Και πως η μόνη δυνατότητα δικαιοσύνης για τα αδικοχαμένα φαντάσματα της Ιστορίας είναι η μνήμη και η επαγρύπνηση. Μήπως και προλάβουμε το έγκλημα που, δυστυχώς, είναι βέβαιο πως συντελείται ή θα συντελεστεί κάπου δίπλα μας, πάντοτε «Υπέρ Ελλάδος»…

Με κινεί πάντα ένας σοβαρός λόγος

• Τα θέματα στις περισσότερες δουλειές σας συνδέονται με την πολιτική, την κοινωνία.

Ναι, μάλλον δεν θα διάλεγα να κάνω μπουλβάρ… Ισως να έχω ταυτιστεί με έργα που έχουν πολιτική διάσταση όπως λες, με ενδιαφέρει αυτό το στοιχείο. Δεν έχω κάνει κάτι που δεν μου άρεσε, πάντα με κινούσε ένας σοβαρός λόγος. Εχω μεγάλη υπομονή, ψυχραιμία, εμμονή, ίσως να είμαι και ψυχαναγκαστική μερικές φορές. Σε ό,τι έχω κάνει στο θέατρο αναγνωρίζει κανείς μια πολιτική πλευρά.

Ποτέ δεν ήμουν σε κάποιο κόμμα, ούτε καν στα νιάτα μου, τότε που όλοι ήταν στρατευμένοι κάπου. Φυσικά και έχω πολιτική άποψη, αλλά ακριβώς επειδή δεν ανήκω κάπου, νιώθω ελεύθερη με τα θέματα που καταπιάνομαι. Η γενιά μου μεγάλωσε με παιδικά αναγνώσματα τους «Αθλίους» και τον Λουντέμη, καταβολές που δημιουργούν ένα αυξημένο αίσθημα δικαιοσύνης και κοινωνικής ευαισθησίας, την επιθυμία ν’ αλλάξει κάποτε αυτός ο κόσμος.

• Πιστεύετε πραγματικά ότι αυτός ο κόσμος μπορεί ν’ αλλάξει;

Και όμως αλλάζει, όχι εύκολα, όχι γρήγορα. Αν όμως δεν παλεύεις γι’ αυτό, αν σταματήσεις να τραβάς το σχοινί από τη μεριά του δίκιου, τότε η όποια ισορροπία χάνεται. Δεν είναι η κατάλληλη περίοδος για να απογοητεύεται κανείς ζώντας αυτήν τη θεαματική αύξηση του φασισμού στην Ευρώπη. Μέσω της τέχνης απευθύνεσαι και σε νέους. Και έναν να κερδίσεις, είναι μεγάλη υπόθεση. Εγώ έχω ολοζώντανη την αίσθηση από την πρώτη παράσταση που είδα 15 χρόνων.

• Μετά την επιτυχία του «Δέκα» του Καραγάτση σάς χάσαμε από την τηλεόραση.

Τότε ήταν που τα κανάλια ανακοίνωσαν πως δεν γίνεται να συνεχιστούν δουλειές αυτού του επιπέδου λόγω του αγγελιόσημου που θα πλήρωναν σε ποσοστό 20% επί του τιμήματος της διαφήμισης, το οποίο βέβαια δεν πλήρωσαν ποτέ… Ακολούθησε το «Νησί» και μετά τέλος, τουλάχιστον στην ιδιωτική τηλεόραση.

Φέτος θα κάνω κάποιες απόπειρες για προτάσεις αλλά δεν έχω πολλές ελπίδες. Η τηλεόραση δεν είναι όπως στο θέατρο που κάπως τα καταφέρνεις και χωρίς λεφτά. Η σειρά εξαρτάται άμεσα από τον οικονομικό παράγοντα. Τα τεχνικά μέσα κοστίζουν. Οσο κι αν περιορίσεις το μπάτζετ, πρέπει να έχεις ένα συγκεκριμένο χρόνο γυρισμάτων μέσα στη μέρα.

• Από τι πάσχει ο ελληνικός κινηματογράφος;

Σήμερα λείπουν τα σενάρια. Οι σεναριογράφοι είναι ελάχιστοι κι αυτοί προέκυψαν από την ιδιωτική τηλεόραση. Κάποιοι με εξαιρετικό ταλέντο αναγκάζονται να γράφουν για καθημερινές τηλεοπτικές σειρές. Ο κινηματογραφιστής έχει ανάγκη τον σεναριογράφο, καταρχάς γιατί εγγυάται την αναγκαία απόσταση από το γραπτό.

Εγώ είμαι σκηνοθέτις, δεν έχω ταλέντο στη γραφή. Ακόμα και η λογοτεχνία -διαθέτουμε υπέροχο και τεράστιο υλικό των συγγραφέων της γενιάς του ᾽30- χρειάζεται σεναριογράφο για τη διασκευή. Είναι ακριβή υπόθεση ο κινηματογράφος. Ακόμα και ο φροντιστής είναι καλλιτέχνης σε μια ταινία.

INFO: Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος/Μικρό Θέατρο Μονής Λαζαριστών: «Υπέρ Ελλάδος» (Η υπόθεση Πολκ στο προσκήνιο). Σκηνοθεσία-Δραματουργική επεξεργασία: Πηγή Δημητρακοπούλου. Σκηνικά-Κοστούμια: Κώστας Παππάς. Μουσική: Μπάμπης Παπαδόπουλος. Κίνηση: Αλέξης Τσιάμογλου. Φωτισμοί: Δήμητρα Αλουτζανίδου. Παίζουν: Εφη Δρόσου, Σοφία Καλεμκερίδου, Γιώργος Κολοβός, Νίκος Κουσούλης, Φανή Ξενουδάκη, Χρήστος Παπαδημητρίου, Ιωσήφ Πολυζωίδης, Μαριάννα Πουρέγκα, Κική Στρατάκη, Γιάννης Τσεμπερλίδης. Παραστάσεις: Τετάρτη στις 18.00 (με αγγλικούς υπέρτιτλους), Πέμπτη-Παρασκευή-Σάββατο στις 21.15, Κυριακή στις 20.00 (τηλ. 2315 200200).