«Βγαίνω με σοβαρές πιθανότητες βροχής και ψύχρα. 6.54 π.μ.» έγραφα χθες στο ημερολόγιό μου. Περπάτησα δυόμισι ώρες. Στην άνοδο ψιχάλιζε, στην επιστροφή έβρεχε. Οχι να σε πάρει το ποτάμι. Πάντως αρκετά για να γυρίσεις στο σπίτι μουσκίδι και να κάνεις αμέσως ένα χλιαρό μπάνιο. Δεύτερη απόλαυση. Η πρώτη είναι η ίδια η βροχή· αν δεν βρέχει καρεκλοπόδαρα. Είμαι της βροχής. Και του Δεκέμβρη. Εκλεισα μόλις ακόμα έναν ενιαύσιο κύκλο. Σκέφτεσαι διάφορα όταν περπατάς και βρέχει, ιδίως όταν περπατάς και βρέχει στον Υμηττό, που είναι το βουνό του ενήλικου– όπως βουνό του ανήλικου, το Βουνό μας, ήταν ο Λυκαβηττός.
Σκέφτεσαι φέρ’ ειπείν ότι η λέξη ηλικία βγαίνει από τον ήλιο. Ηλικία είναι μια περιστροφή της Γης γύρω από τον Ηλιο· ένας χρόνος· 365 μέρες και κάτι ψιλά όπως τα έχουν λογαριάσει οι σοφοί, μέχρι να έρθουν άλλοι σοφοί να τα ξαναλογαριάσουν. Ο χρόνος και ο κόσμος είναι ακίνητοι μόνο στα μυαλά κάποιων. Το σωστό άρα θα ήταν να λέμε όχι ποια, αλλά ποιες ηλικίες έχεις περάσει. Οπως λέμε: τόσων Μαΐων ή: τόσων Δεκεμβρίων…
Με τέτοιες σκέψεις καθώς ψιλόβρεχε, πέρασα την Καλοπούλα χωρίς να το καταλάβω. Συνέχισα, από χωματόδρομο, μες στη σάρκα του Υμηττού που ευώδιαζε βροχή και βρεγμένο θυμάρι (αυτό, με λίγη φαντασία). Σχεδόν είχα δραπετεύσει από τον χρόνο –περίπου δεν καταλάβαινα πού βρισκόμουν– όταν αντίκρισα, βαθιά στην άκρη του δάσους, να αναδύεται σαν μέσα από πάχνη η Αθήνα, η πόλη μου, με όλα τα καλά της: Τουρκοβούνια, Λυκαβηττός, Ακρόπολη… Μόνο θάλασσα δεν ξεχώριζες. Απλώς τη φανταζόσουν στο βάθος. Και σκεφτόμουν πόσο όμορφη φαντάζει ετούτη η πόλη από ψηλά, όταν βρέχει…
