Ο τίτλος αυτός παραπέμπει πιθανόν στο βιβλίο του ένοπλου τρομοκράτη, αλλά βέβαια δεν του ανήκει. Αυτονόητο!
Προέρχομαι από μια γενιά μικρών σε ηλικία μαθητών που στις μέρες της εξέγερσης μπήκαν σε έναν νέο κύκλο ζωής. Ενηλικίωση και βίαιη ριζοσπαστικοποίηση. Από τον κόσμο του ποδοσφαίρου και των χαριτωμένων ελληνικών ταινιών βρεθήκαμε στην πραγματική ζωή. Αυτή που είχε κρυφτεί με τη σιωπή μέσα στις περισσότερες οικογένειες και στον κοινωνικό περίγυρο.
Συνειδητοποιήσαμε μαζικά μια ωμή αλήθεια. Τη βία του καθεστώτος. Είδαμε από κοντά τη διάθεση εξέγερσης -των κοντινών σε εμάς- νεαρών φοιτητών. Κατανοήσαμε την κινητικότητα για την αμφισβήτηση της χούντας μέσα στην ελληνική κοινωνία. Ενας άλλος κόσμος.
Ενας κόσμος που ζούσε στη σκιά της καθημερινότητας. Τα τανκς, η αστυνομία, η καταστολή, οι σφαίρες, η κρατική προπαγάνδα και ταυτόχρονα η δύναμη του συλλογικού αισθήματος, η διαδήλωση, η κατάληψη, ο Εθνικός Υμνος ως διαμαρτυρία, το ρίσκο της προσωπικής περιπέτειας στη σύγκρουση με το καθεστώς.
Ναι… δεν είχαμε καταλάβει μέχρι τότε ποια ήταν η αληθινή ζωή.
Στη δική μου γενιά που μπήκε σιγά σιγά στην πρόωρη πολιτικοποίηση και βρέθηκε στη μαχητική κομματική στράτευση με τη Μεταπολίτευση κυριάρχησαν κρίσιμα δεδομένα. Εντελώς διαφορετικά από αυτά που επικαλείται ο τίτλος του βιβλίου για έναν ένοπλο τρομοκράτη.
Το πιο βασικό ήταν τα πρόσωπα. Χωρίς κουκούλες, χωρίς μάσκες, χωρίς όπλα να βρίσκονται ανοιχτά και καθαρά απέναντι από την κρατική καταστολή. Με ονόματα και επώνυμα σε μια διάθεση πολιτικού παραδείγματος για την αγωνιστική νεανική αντίσταση. Μαζί με αυτό βλέπαμε μια ειλικρινή αγωνία για την πιο πλατιά συσπείρωση του κόσμου απέναντι στη δικτατορία.
Στις εικόνες δεν βλέπαμε μια αριστερή εξέγερση αλλά μια δίκαιη αντιδικτατορική, αντιφασιστική δράση. Με συνθήματα και πρακτικές που ένωναν και δεν χώριζαν τους πολίτες.
Η πιο «αριστερή νότα» στη συνείδησή μας ήταν οι νότες της μουσικής και των μηνυμάτων του Μίκη Θεοδωράκη. Καταλαβαίναμε τη δύναμη της συνέλευσης, της ενότητας, της κοινής προσπάθειας. Νιώθαμε την αύρα μιας έντιμης αντίδρασης προς το σκοτεινό καθεστώς.
Εκείνες τις μέρες άλλοι -μέσα και κυρίως έξω- από το Πολυτεχνείο, άλλοι μέσα από τη συχνότητα του ραδιοσταθμού των φοιτητών και άλλοι έστω και μέσα από τις κρυφές συζητήσεις στα σχολεία δίναμε ένα ραντεβού. Θα βρισκόμασταν απέναντι από όσους χτυπούσαν εκείνη τη νύχτα τη νεολαία. Θα περιμέναμε τις συνθήκες της δικής μας συμμετοχής. Την ευκαιρία την έδωσε σύντομα η Μεταπολίτευση.
Η 17 Νοέμβρη έγινε στη συνέχεια εθνική γιορτή όχι γιατί, όπως νομίζουν κάποιοι δογματικοί αριστεριστές, ήθελε το κυρίαρχο σύστημα να την ενσωματώσει. Αλλά γιατί ο «παλλαϊκός χαρακτήρας» της εξέγερσης ήταν αδύνατο να πάει στο περιθώριο και στη λήθη του χρόνου.
Στο μυαλό και στην ψυχή των νέων παιδιών που «ξύπνησαν» από τον λήθαργο εκείνης της εποχής οι μέρες του Πολυτεχνείου ήταν ένα μήνυμα ειρηνικής επανάστασης, δημοκρατικής αφύπνισης και ανιδιοτελούς δράσης.
Κατά κάποιον τρόπο γεννηθήκαμε ξανά στις 17 Νοέμβρη. Μάθαμε τη σημασία της Δημοκρατίας, της ειρηνικής διαμαρτυρίας, της συλλογικής πάλης. Τα κουβαλάμε μαζί μας. Είναι στο δικό μας «ΚΙΒΩΤΙΟ». Που για πολλούς -δυστυχώς όχι όλους- αυτή τη φορά δεν ήταν άδειο!
*Μέλος της Ε.Ε. της ΔΗΜΑΡ και της Ε.Γ. του ΚΙΝ.ΑΛΛ.
