ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Λήδα Γαλανού
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στη μέση του 7ήμερου του φετινού 41ου Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας είναι πολύ νωρίς για να συζητά κανείς για τη συνολική ποιότητα των ταινιών, για trends και φαβορί. Αλλωστε από τις υπερβολικά πολλές, 66 φέτος, ταινίες που προβάλλονται στο Εθνικό Διαγωνιστικό Τμήμα, όχι μόνο πολλές ανάμεσά τους έχουν επιλεγεί με ακατανόητα κριτήρια και υποβιβάζουν τη συνολική εικόνα, αλλά και, με μια παγιωμένη τακτική του φεστιβάλ, σε γενικές γραμμές οι πιο «ελπιδοφόρες» ταινίες προβάλλονται τις τελευταίες μέρες της διοργάνωσης. Παρ’ όλα αυτά, ήδη υπάρχουν ταινίες που ξεχωρίζουν για το ύφος, την ιδιαιτερότητα, τη δημιουργικότητα ή απλώς τη φρεσκάδα τους, όπως οι παρακάτω πέντε.

◼ «Η σιγή των ψαριών όταν πεθαίνουν» του Βασίλη Κεκάτου. Με πρεμιέρα στο διαγωνιστικό του Φεστιβάλ του Λοκάρνο -αλλά όχι εξαιτίας αυτού- η νέα ταινία του Κεκάτου, μετά τον «Ανάδρομο» του 2015 και το «Zero Star Hotel» που επιλέχθηκε από το Sundance Ignite, είναι ξεκάθαρα η πιο στιβαρή, ενδιαφέρουσα, δημιουργικά σκηνοθετημένη και σεναριακά ελκυστική ταινία που προβλήθηκε τις πρώτες μέρες στη Δράμα. Σχοινοβατώντας μεταξύ κωμωδίας και τραγωδίας, με τον τόσο εκφραστικό στην οθόνη Ανδρέα Κωνσταντίνου, η ταινία ακολουθεί έναν άντρα στη διαδρομή του προς τη δουλειά, όταν μαθαίνει ότι έχει ήδη πεθάνει. Μια στιλιζαρισμένη, αλλά με πειθώ, ταινία για κάθε ζωή που περνά απαρατήρητη από τους γύρω.

◼ «Κιόκου πριν έρθει το καλοκαίρι» του Κωστή Χαραμουντάνη. Μετά το χαριτωμένο «Μάτι και το φρύδι» και το αληθινά συναρπαστικό στη δημιουργικότητα και το πνεύμα του «Το τέρας κοιμάται», ο Χαραμουντάνης σερβίρει ένα 17λεπτο κολάζ σκηνών, ένα video diary δύο αδερφιών που δεν έμπαιναν στη θάλασσα επειδή δεν είχε έρθει ακόμα το καλοκαίρι. Ευαίσθητο, πολύ αστείο, εξαιρετικά συμπαγές για κάτι τόσο αποσπασματικό, το αξιαγάπητο φιλμ όχι μόνο εκτοξεύει τα συναισθήματα σ’ ένα νοσταλγικό ζενίθ, αλλά προκαλεί κι αυτή την (χαρακτηριστική στις μικρού μήκους ταινίες) ανυπομονησία για το πότε θα ξαναμοιραστούμε το ταλέντο του.

◼ «Yawth» των Λήδας Βαρτζιώτη και Δημήτρη Τσακαλέα. Πρώτη δουλειά δύο σκηνοθετών που καταφέρνουν με τη μία να μιλήσουν για τη γενιά και τους φίλους τους, κάνοντας σινεμά με ρυθμό, γοητεία και fun. Στη διάρκεια μιας νύχτας η Βίκυ μιλά με τους φίλους της στα social media, προσπαθώντας να πάει σ’ ένα πάρτι όπου θα είναι το αγόρι που της αρέσει. Μια ταινία βγαλμένη πηγαία από το σήμερα, που όμως περιγράφει κάθε λευκή νύχτα κάθε εικοσάχρονου, τυλίγει με την ελαφρότητά της μια οικεία μελαγχολία για πολύ μικρές, πολύ άκυρες προσδοκίες.

◼ «Μόλλυ 6 με 8» του Ευθύμη Μιχελουδάκη. Ταινία εποχής, ταινία γεμάτη κινηματογραφικές αναφορές, ταινία hommage, όπως και να τη χαρακτηρίσεις -και είναι όλα αυτά- το «Μόλλυ 6 με 8» αγαπάει και παγιδεύει το μεγάλο σινεμά και τον μεγάλο ρομαντισμό. Στη δεκαετία του ’60, ο ενήλικος Σπόρος κανονίζει ένα λίγο κρυφό και λίγο αμήχανο ραντεβού με τη Μόλλυ, το κορίτσι των ανεκπλήρωτων ονείρων της εφηβίας του. Ο Μιχελουδάκης εμπνέεται από το «Μια στεκιά στο μάτι του Μοντεζούμα» του Νίκου Νικολαΐδη, από το «Η Κλεό από τις 5 ώς τις 7», από τη γλυκιά θλίψη οποιουδήποτε έχει χάσει έναν άνθρωπο ή νοσταλγεί μια εποχή που πέρασε. Κι έχει την εξυπνάδα ν’ αφιερώσει τα κοντινά του σε δυο πρόσωπα, της Σοφίας Κόκκαλη και του Χάρη Φραγκούλη, τόσο αλλόκοτα και συναρπαστικά, που μοιάζουν φτιαγμένα για να γεμίζουν την οθόνη του σινεμά.

◼ «37 μέρες» της Νικολέ- τας Λεούση. Μια πενταετία μετά την αίσθηση που είχε προκαλέσει με τη «Γεννήτρια», η Λεούση επιστρέφει με μια ταινία περισσότερο προσωπική και με την ωριμότητα να ντύσει με χιούμορ την ανθρώπινη ανησυχία ή και μελαγχολία. Ηρωίδα της είναι η Μαρία (στον ρόλο η λαμπερή και τόσο ικανή Ελλη Τρίγγου), μια κοπέλα ετοιμόγεννη που όμως αρνείται να γεννήσει πριν εξασφαλίσει ότι θα έχει και μετά δουλειά στο κομμωτήριο όπου εργάζεται: είτε επειδή υπερασπίζεται τα εργατικά δικαιώματά της είτε, πιθανότερα, επειδή ψάχνει αφορμές να καθυστερήσει μια αλλαγή τόσο τεράστια όσο η ολοστρόγγυλη κοιλιά της. Μέσα στα 23 λεπτά της η ταινία καταφέρνει να χτίσει μια ολόκληρη αφήγηση, με κοινωνικό ενδιαφέρον, χιούμορ, χάρη, μια υπέροχη ηρωίδα κι άλλους μικρότερους ήρωες και σχέσεις με ουσία και στιλ.