Είναι μία είδηση από την Ιταλία που στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης παραβλέφθηκε τελείως, μιας και το ενδιαφέρον μονοπωλούν τα έργα και οι ημέρες και κυρίως οι εμπρηστικές και εξωφρενικές δηλώσεις των δύο αντιπροέδρων της κυβέρνησης της «Χερσονήσου», του Ματέο Σαλβίνι της ξενόφοβης Λέγκας του Βορρά και του Λουίτζι ντι Μάιο του λαϊκιστικού Κινήματος των Πέντε Αστέρων.
Ωστόσο η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της γειτονικής χώρας να ανάψει πράσινο φως για τις βίαιες εκκενώσεις κατειλημμένων κτιρίων είναι μια σημαντική απόφαση που κάλλιστα δύναται να χαρακτηριστεί ακόμη και πολιτική, διότι όχι απλώς λύνει τα χέρια του υπουργείου Εσωτερικών του Σαλβίνι, αλλά κυρίως συντάσσεται με τη γραμμή του ακραίου για επιβολή ενός σχεδόν κατασταλτικού κράτους, με πρόσχημα τον «νόμο και την ασφάλεια».
Ενα πρόταγμα που όμως κύριο στόχο του δεν έχει την επιστροφή στην ομαλότητα, αλλά κυρίως στρέφεται εναντίον των κινημάτων πολιτών και της όποιας προσπάθειας για αρωγή και ενσωμάτωση των μεταναστών και προσφύγων.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο που η απόφαση τούτη σχετίζεται με την προσφυγή δύο μεσιτικών εταιρειών, ιδιοκτητών 50 διαμερισμάτων στη Φλωρεντία, που από το 1993-1994 τελούν υπό κατάληψη από μέλη του «Κινήματος για την Κατοικία», μιας πρωτοβουλίας για την προάσπιση της λαϊκής κατοικίας και του δικαιώματος στη στέγαση η οποία έχει απλώσει καταβολάδες σε πολλές μεγαλουπόλεις στην Ιταλία όπου το πρόβλημα στέγασης είναι μεγάλο.
Το φαινόμενο των καταλήψεων, όσο κι εάν είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς, από τη δεκαετία του ’70 έχει δώσει συχνά λύσεις στο πρόβλημα της στέγασης.
Αρχικά της στέγασης των νέων, για τους οποίους οι γενικότερες οικονομικές συνθήκες είναι απαγορευτικές για να βρουν ενοικιαζόμενη στέγη -ένα γεγονός που ο τεχνοκράτης, εκλεκτός των Βρυξελλών, πρώην πρωθυπουργός Μόντι είχε παραβλέψει, αποκαλώντας τους νέους «μαμάκηδες» που προτιμούν να μένουν και πέρα από τα 30 τους στη θαλπωρή της γονικής εστίας.
Ομως το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στους νέους. Τα χαμηλά εισοδήματα και οι πενιχρές συντάξεις, σε συνδυασμό με τα υψηλά ενοίκια και τους αβάστακτους δημοτικούς και «κεφαλικούς» φόρους για την κατοικία, οι δικαστικές εξώσεις για μη αποπληρωμή τραπεζικών δανείων ή για χρέη μαστίζουν τις ιταλικές οικογένειες με χαμηλότερα εισοδήματα και την εργατική τάξη.
Είναι σχεδόν αδύνατον πλέον να βρει κανείς σπίτι και οικονομικό ενοίκιο κοντά στον χώρο εργασίας του στα κέντρα των πόλεων ή ακόμη και στις gentrified (εξωραϊσμένες) συνοικίες τους -που κάποτε ήσαν προάστια δορυφόροι/εργατουπόλεις-, ενώ συχνό φαινόμενο είναι τα κλειστά σπίτια καθώς οι μεσιτικές εταιρείες προτιμούν να μη ρίξουν το ενοίκιο.
Ετσι λοιπόν οι καταλήψεις κλειστών ή ακατοίκητων κτιρίων, ιδιωτικών και δημόσιων, δεν αποτέλεσαν μόνο λύση ανάγκης των απελπισμένων, αλλά συνάμα και έκφραση μιας πολιτικής και κυρίως κοινωνικής δήλωσης που ξεκίνησε ως αντίσταση και αντίδραση στο νεοφώτιστο και σε εμβρυακή ακόμη κατάσταση νεοφορντικό μοντέλο παραγωγής και της συνεπακόλουθης νεοφιλελεύθερης πολιτικής έκφρασής του και των «μορφών ζωής» και πολιτιστικών προτύπων που επέβαλε.
Και κορυφώθηκε στη δεκαετία του ’80, έπειτα από την ωμή καταστολή του αριστερού κινήματος στην Ιταλία που ακολούθησε τη δολοφονία του Αλντο Μόρο -φέτος συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από τότε- ως στερνό πολιτικό καταφύγιο έκφρασης ενός καθημαγμένου πειράματος κοινωνικού μετασχηματισμού.
Ηδη ο Σαλβίνι έχει στα χέρια του τη νόμιμη άδεια να δώσει άλλο ένα πλήγμα στην όποια έκφραση έχει απομείνει στην κοινωνία των πολιτών να αντιταχθεί στις οικονομικο-κοινωνικο-πολιτικές αδικίες του συστήματος πρόνοιας, του μοντέλου παραγωγής και των αντικειμενικών συνθηκών που διατρέχουν την καθημερινή ζωή στην Ιταλία.
Υπάρχει ήδη ένας κατάλογος με πάνω από 4.000 κτίρια και διαμερίσματα που θα πρέπει άμεσα να εκκενωθούν. Μόνο στο Μιλάνο -που κάποτε πρωτοστατούσε στο κίνημα όντας βιομηχανική πόλη με μεγάλο πρόβλημα στέγασης για τους εργάτες- είναι 3.800 τα αντίστοιχα κτίρια.
Στη Ρώμη συμβαίνει το ίδιο, μάλιστα κατειλημμένος είναι και ο χώρος του ESC στο Σαν Λορέντσο -η αρχαιότερη και πιο εμβληματική κατάληψη, σημείο αναφοράς για το αριστερό κίνημα, την εναλλακτική πολιτιστική ζωή της πρωτεύουσας και τις πολιτικές πρωτοβουλίες-, όπως και πολλά κτίρια γύρω του που χρησιμεύουν για τη στέγαση οικονομικά αδύναμων φοιτητών.
Κατειλημμένα είναι και εκατοντάδες κοινωνικά κέντρα με μεγάλη προσφορά στις τοπικές κοινωνίες, όπως και κατειλημμένα είναι και πολλά κέντρα αρωγής και υποδοχής προσφύγων, όπου οι αλληλέγγυες ομάδες και οργανώσεις στο δράμα τους αποδεικνύουν ότι ακόμη υπάρχει ανθρωπιά και συμπόνια.
Βέβαια, παράνομα κατειλημμένο είναι και το κτίριο όπου έχει στεγαστεί και η ομογάλακτος της Χρυσής Αυγής οργάνωση Casa Pound στη Ρώμη και μάλιστα σε ένα από τα πιο ιστορικά κτίρια σε προάστιο-φιλέτο της Αιώνιας Πόλης.
Ο πρώην δήμαρχος Αλεμάνο, εκλεγμένος ως υποψήφιος του μεταλλαγμένου νεοφασιστικού κόμματος της τότε Εθνικής Ενότητας (Alleanza Nazionale), επί χρόνια κώφευε, εάν δεν προστάτευε, την παράνομη τούτη ιδιοχρησία του κτιρίου κι άφηνε ανενόχλητη την ηγεσία της, που μάλιστα διατηρεί και την οικογενειακή της εστία στους ψηλότερους ορόφους.
Απομένει να δούμε εάν ο Σαλβίνι θα εκκενώσει και τούτο το κτίριο από τους ενοίκους του. Αλλωστε σύμφωνα με την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, «όπου είναι εντονότερη η κατάχρηση πρέπει να υπάρξει η αντίδραση του κράτους δικαίου», καθώς αυτή γνώμονα έχει «τους πολίτες οι οποίοι πλήττονται από τη φορολογία, ιδίως επί των ακινήτων, καταβάλλοντας μέσω της φορολογικής πολιτικής ένα υψηλό τίμημα για το κράτος πρόνοιας». Οψόμεθα.
Για τις κοινωνικές οργανώσεις η απόφαση τούτη, ήδη πριν από τη λήψη της, αποτελεί casus belli και αφετηρία δράσης. Βέβαια, αντιδράσεις έχει προκαλέσει η απόφαση και η επικείμενη διαταγή από το Βιμινάλε (έδρα του υπουργείου Εσωτερικών) για εξώσεις και στις κατά τόπους δημοτικές αρχές, οι οποίες θα επιβαρυνθούν με τις δαπάνες για τις εκκενώσεις των κτιρίων αλλά και τη μεταστέγαση όσων έχουν το δικαίωμα σε δημοτικές εστίες -που συχνά δεν επαρκούν ή δεν υπάρχουν.
Η κοινωνική αναστάτωση που τούτο το κατασταλτικό μέτρο πρόκειται να προκαλέσει -φυσικά προς όφελος πρώτιστα των μεγάλων μεσιτών που καιροφυλακτούν ακόμη και για να αποκτήσουν τη χρήση των δημοτικών κτιρίων, τα οποία είναι αδύνατον να αξιοποιηθούν από τις τοπικές αρχές- ενδέχεται να είναι ακόμη μεγαλύτερη από τη λύση που υποτίθεται ότι προσφέρει.
Για να μην πούμε ότι διευκολύνει την εκτέλεση της ρατσιστικής και ξενόφοβης πολιτικής του Σαλβίνι απέναντι στους μετανάστες και τους «ευεργέτες» τους, που συχνά ταυτίζονται με τους πολιτικούς του αντιπάλους ή τους πολέμιους των αρχών που ενσαρκώνει.
Επιπλέον η συνδρομή που προσέφερε η ανώτατη ιταλική Δικαιοσύνη στον Σαλβίνι συνιστά άλλο ένα κεφάλαιο στην όλο και πιο διαδεδομένη πολιτική εργαλειοποίηση της δικαστικής εξουσίας, που διασταλτικά χρησιμοποιείται για να εξουθενώσει, αδρανοποιήσει και απονομιμοποιήσει τους πολιτικούς αντιπάλους ενός κόμματος εξουσίας.
Πρόσφατα και τρανά παραδείγματα, οι διώξεις του Λούλα και το «συνταγματικό πραξικόπημα» με δικαστική συνδρομή κατά της Ρούσεφ στη Βραζιλία, οι φυλακίσεις Καταλανών πολιτικών και οι διώξεις εναντίον τους.
Αλλά και στην ίδια την Ιταλία έχουμε την περίπτωση της σύλληψης του δημάρχου του Ριάτσε, ακριβώς εξαιτίας της ανθρωπιστικής και ρεαλιστικής πολιτικής του (βάσει των απτών αποτελεσμάτων της) στην υποδοχή των μεταναστών.
*Δημοσιογράφος, δρ Φιλοσοφίας/Γλωσσολογίας
