Ηταν το μάτι της Κωνσταντινούπολης, ένας ζωντανός μύθος της πολύβουης κοινωνίας της, εκείνος που σκιαγράφησε το πιο συγκινητικό, ασπρόμαυρο πορτρέτο της. Ο Μπρεσόν της Ανατολής. Ο άνθρωπος που είχε αναλάβει να διακινεί την εικόνα της στον κόσμο. Εκείνος που έδωσε ζωή και υπόσταση σε κάθε της σπιθαμή, που φώτισε τα χαμίνια και τα πρόσωπα των λαϊκών συνοικιών. Ο φωτογράφος που απαθανάτιζε και τον τελευταίο της κάτοικο σαν να είχε μπροστά από τον φακό του τον μεγαλύτερο σταρ του πλανήτη.
Ο θρυλικός Τουρκοαρμένιος φωτογράφος Αρά Γκιουλέρ πέθανε προχθές το βράδυ από έμφραγμα σε νοσοκομείο της Πόλης. Στα 90 χρόνια που έζησε κατάφερε να μπει στην ελίτ του επαγγέλματος, να εργαστεί σε μερικά από τα επιφανέστερα πρακτορεία (Magnum) και περιοδικά (από το TIME-LIFE του οποίου υπήρξε επίσημος ανταποκριτής στη Μέση Ανατολή ώς τα «Stern», The Sunday Times, Paris Match, National Geographic), να εξασφαλίσει εικόνες με πολιτικούς, καλλιτέχνες, διανοούμενους (από τον Τσόρτσιλ, την Ιντιρα Γκάντι, τον Χίτσκοκ και τον Πικάσο ώς τον Νταλί, τον Σαγκάλ και τον Ωνάση), να ταξιδέψει στα πιο απίθανα μέρη του πλανήτη, να καταγράψει από στιγμές ευτυχίας μέχρι πολεμικές συρράξεις και να μας κληροδοτήσει ένα σπάνιο αρχείο με περισσότερα από 1.000.000 συγκλονιστικά σλάιντ.
Ενα μικρό δείγμα από αυτά, μόλις 90 ασπρόμαυρες φωτογραφίες του, είχαν πριν από οχτώ χρόνια παρουσιαστεί στο Μουσείου Μπενάκη της οδού Πειραιώς δείχνοντας στους Αθηναίους την Πόλη των ετών 1950-1988. «Η Κωνσταντινούπολη που αποτύπωσα στις φωτογραφίες μου δεν υπάρχει πια. Εχει χαθεί. Αλλά ακόμη κι αυτή η χαμένη πόλη είναι κάτι σε σχέση με τη σημερινή της εικόνα. Χαίρομαι που οι μελλοντικές γενιές δεν θα διαστρεβλώσουν το παρελθόν γιατί υπάρχουν αυτές οι φωτογραφίες ως αδιάψευστα τεκμήρια» είχε δηλώσει τότε στην «Ελευθεροτυπία».

Λάτρευε τη δημοσιογραφία, την επιστήμη, θαύμαζε τον Κουντέλκα και τον δάσκαλό του Ανρί Καρτιέ Μπρεσόν, τον γοήτευαν οι ιστορίες των βετεράνων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ηταν εραστής της στιγμής, υπομονετικός με τα πλάνα, είχε σπάνιο χιούμορ, δεν καταδεχόταν να σκηνοθετήσει ποτέ μια φωτογραφία κι αρνιόταν πεισματικά τον τίτλο του καλλιτέχνη. Μετά τον θάνατό του η εργατιά, η παράδοση και η φτωχολογιά της Πόλης δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια. «Η φωτογραφία μοιάζει με τέχνη, αλλά δεν είναι. Είναι πολύ εύκολο να παίξεις με τη φωτογραφία, αλλά από πού κι ως πού είναι τέχνη;
Η μουσική είναι τέχνη! Η τέχνη είναι ακριβώς το αντίθετο από τη φωτογραφία. Κατασκευάζει πραγματικότητες, δεν είναι η αλήθεια, ένα επιτηδευμένο πράγμα είναι. Οι φωτογράφοι θέλουν να πιστεύουν ότι κάνουν κάτι σπουδαίο και λένε ότι κάνουν τέχνη. Είναι κανείς τους Μπετόβεν; Μότσαρτ;» είχε πει σε συνέντευξή του στη Lifo. «Στη φωτογραφία το ζητούμενο είναι η σχέση ισορροπίας και αντίθεσης. Κι όταν ένα συναίσθημα, μια σκέψη, διαπερνούν το χαρτί, έχουμε μια καλή φωτογραφία».
Ο Γκιουλέρ γεννήθηκε στη συνοικία Μπέγιογλου της Κωνσταντινούπολης το 1928 από γονείς Αρμένιους. Σπούδασε στο τοπικό Γυμνάσιο Αρμενίων αλλά, καθώς ο πατέρας του είχε φαρμακείο στην πολυσύχναστη Ιστικλάλ, ήρθε σε επαφή από νωρίς με έναν ευρύ κύκλο προσωπικοτήτων από τον κόσμο της τέχνης. Ετσι αποφάσισε από τα σχολικά χρόνια να ασχοληθεί με τον κινηματογράφο.

Μαθητής Γυμνασίου ακόμα εργάστηκε σε κινηματογραφικά στούντιο και παρακολούθησε μαθήματα υποκριτικής από τον ανανεωτή του σύγχρονου τουρκικού θεάτρου Μουχσίν Ερτιγκρούλ. Παρ’ όλες τις περγαμηνές εγκατέλειψε τον κινηματογράφο για χάρη της δημοσιογραφίας, διότι θεωρούσε ότι η μέγιστη στιγμή είναι να απαθανατίζεις την αλήθεια ή την είδηση και όχι να κάνεις τέχνη. Προσελήφθη ως φωτορεπόρτερ στην εφημερίδα Yeni Istanbul το 1950 και ταυτόχρονα ξεκίνησε σπουδές Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Αργότερα πήγε στην εφημερίδα Χουριέτ και ξεκίνησε διεθνή καριέρα.
«Οταν φωτογραφίζω την Αγια-Σοφιά, αυτό που μετράει είναι το πρόσωπο που εκείνη τη στιγμή περνάει από μπροστά και προσδίδει ζωή» έλεγε ο Γκιουλέρ επιβεβαιώνοντας τη μέγιστη σημασία που έδινε στην ανθρώπινη παρουσία στις φωτογραφίες του. Ηθελε οι εικόνες του να παρέχουν στον κόσμο μνήμες για τη ζωή του και ιδιαίτερα για τα βάσανά του. Εξ ου και τον μόνο όρο που αποδεχόταν ήταν «ιστορικός της εικόνας».
