Το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ και πολλοί αναλυτές προειδοποιούν για πιθανή κρίση στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της βραχυχρόνιας κερδοσκοπίας. Η κρίση υπερσυσσώρευσης παραμένει, με διαφορετικό, όμως, «ένδυμα».
Σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, το παγκόσμιο χρέος αυξήθηκε την τελευταία τριετία από 33% σε 38% του ΑΕΠ και αφορά τραπεζικά δάνεια που βαίνουν μειούμενα (42%) και χρεωστικούς τίτλους (αύξηση στο 58%), όπου οι αντισυμβαλλόμενοι είναι εταιρείες, κυβερνήσεις και ιδιώτες. Οι δανειολήπτες δανείζονται περισσότερο από την αγορά των ομολόγων και λιγότερο από τις τράπεζες, προκαλώντας μετατόπιση κινδύνου από το τραπεζικό σύστημα στην αγορά των ομολόγων.
Αγοραστές είναι συνταξιοδοτικά ταμεία, ασφαλιστικές εταιρείες και αποταμιευτές. Το δολάριο αποτελεί κυρίαρχο νόμισμα στα διεθνή δάνεια. Η ξένη πίστωση σε μη τραπεζικά ιδρύματα σε δολάρια αυξήθηκε από 9,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ στο 14% και αυτό συνεπάγεται αύξηση συναλλαγματικού κινδύνου για πολλές χώρες, ειδικά τις αναπτυσσόμενες. Παράδειγμα, η κρίση στην Τουρκία (αύξηση τραπεζικού δανεισμού σε δολάρια στον ιδιωτικό τομέα) και στην Αργεντινή (υψηλός δανεισμός δημόσιου χρέους σε δολάρια).
Κατά τη Standard and Poor’s, το 37% των εταιρειών παγκοσμίως είναι βαθιά χρεωμένες και σε χειρότερη θέση από το 2007. Σύμφωνα με τον Economist, η μέση αξιολόγηση (rating) των εταιρικών ομολόγων έχει χειροτερεύσει. Το 1980 ήταν A- (θετικής αξιολόγησης) και τώρα βρίσκεται από BB+ (σχετικά θετικής αξιολόγησης) μέχρι BBB- («σκουπίδια»).
Δέκα χρόνια μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers, ο καπιταλισμός-καζίνο συνεχίζει την απρόσκοπτη λειτουργία του, ενώ τα χρηματοπιστωτικά λόμπι απαιτούν περαιτέρω απορρύθμιση του συστήματος (κατάργηση νόμου Dodd-Frank, 2010). Η κρίση έκανε τους πλούσιους πλουσιότερους, συνέβαλε στην αύξηση των ανισοτήτων, την παρακμή της μεσαίας τάξης και την εξαθλίωση των ασθενέστερων στρωμάτων. Η πολιτική των Δημοκρατικών της Wall Street «έστρωσε το χαλί» στον Τραμπ. Επί Κλίντον καταργήθηκε οριστικά ο νόμος Glass-Steagall (διαχωρισμός εμπορικών και επενδυτικών τραπεζών) και η τεράστια μόχλευση δημιούργησε τη χρηματοπιστωτική φούσκα, εφόσον όλες οι τράπεζες χορηγούν τα πλέον περίπλοκα επενδυτικά προϊόντα.
Στην Ευρώπη, δεν συζητείται ούτε διαχωρισμός εμπορικών και επενδυτικών τραπεζών ούτε φόρος επί των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών, ενώ η ΕΚΤ δεν είναι δανειστής έσχατης ανάγκης (Lender of last resort) για την αντιμετώπιση κρίσεων. Ο προστατευτισμός οδηγεί την Ευρώπη σε χαμηλότερη ανάπτυξη, λόγω της εμμονής στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Η γερμανική άρνηση διαμοιρασμού των κινδύνων στην ΕΖ την καθιστά ευάλωτη σε νέα παγκόσμια κρίση.
Δύο διακριτές διαφορές συγκριτικά με την κρίση του 2008:
- 1) διοχέτευση 11 τρισ. δολαρίων από τις κεντρικές τράπεζες των ΗΠΑ (Fed), της Ιαπωνίας (BoJ) και της Ευρώπης (ECB) για τη σωτηρία των τραπεζών. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση στην Ιστορία. Τα χρήματα αυτά δεν έφτασαν ποτέ στην πραγματική οικονομία αλλά «εγκλωβίστηκαν» στα χρηματοπιστωτικά κυκλώματα.
- 2) παρά την αδύναμη ανάκαμψη στην παγκόσμια οικονομία, οι παράγοντες της κρίσης παραμένουν: πλεονάζουσα ρευστότητα, έλλειμμα κανόνων κερδοσκοπίας, εύθραυστες οικονομίες.
H οικονομία των ΗΠΑ αναπτύσσεται με ρυθμούς πάνω από 3%, η ανεργία βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά των τελευταίων 40 χρόνων και ο πληθωρισμός κινείται σε μέτρια επίπεδα. Η μακροοικονομική εικόνα φαίνεται να ευνοεί ακόμα την επίθεση προστατευτισμού του Tραμπ στο πλαίσιο του εμπορικού πολέμου.
Στο δόγμα «America First» αντίπαλος είναι ο υπόλοιπος κόσμος, συμπεριλαμβανομένης της Ε.Ε., αλλά κύριος στόχος είναι η Κίνα (το μεγαλύτερο εμπορικό πλεόνασμα με τις ΗΠΑ) και δευτερευόντως η Γερμανία (το δεύτερο). Ο δασμολογικός πόλεμος μπορεί να μειώσει κατά 0,9% το ΑΕΠ των ΗΠΑ, δύναται όμως να αντισταθμιστεί από δημοσιονομικά και νομισματικά μέτρα τόνωσης της εγχώριας ζήτησης. Ο πληθωρισμός θα μπορούσε να αυξηθεί 0,3-0,8%, που ακόμα δεν θεωρείται πρόβλημα, δεδομένης της αύξησης των πραγματικών μισθών. Ο πρώτος γύρος ΗΠΑ-Κίνας ήταν συμβολικός (αξίας 50 δισ.), αλλά στον δεύτερο γύρο, ο Τραμπ εξήγγειλε δασμούς σε εμπορεύματα 200 δισ. Οι Κινέζοι απάντησαν με δασμούς 60 δισ. (εισαγωγές από ΗΠΑ 130 δισ.).
Η Κίνα μπορούσε να υποτιμήσει το γουάν έναντι του δολαρίου και να ανεβάσει το επίπεδο σύγκρουσης, όμως επέλεξε τη διατήρησή του σε σταθερά επίπεδα λόγω της διεθνούς πολιτικής της. Η διεθνοποίηση του γουάν μείωσε τον ξένο ανταγωνισμό. Από το 2015 συμμετέχει στο καλάθι των αποθεματικών νομισμάτων του ΔΝΤ (+ 2% των παγκόσμιων συναλλαγών). Στην Αφρική η χρήση του γουάν κυριαρχεί (+50% των συναλλαγών). Οι συμφωνίες της Κίνας με 33 κεντρικές τράπεζες και 13 παγκόσμια χρηματοοικονομικά κέντρα (συμπεριλαμβανομένων Λονδίνου και Φρανκφούρτης) επιτρέπουν στις κινεζικές εταιρείες να λειτουργούν στις αγορές, ακυρώνοντας τον συναλλαγματικό κίνδυνο και μειώνοντας το κόστος χρηματοδότησης.
Το δόγμα Τραμπ εκφράστηκε στη νέα συμφωνία ΗΠΑ-Μεξικού-Καναδά (που αντικαθιστά τη NAFTA). Η συμφωνία αυξάνει την απασχόληση στις ΗΠΑ, εξαναγκάζοντας Καναδά και Μεξικό να δεχτούν δυσμενείς εμπορικούς όρους από τον κύριο εξαγωγικό τους πελάτη.
Ο Ρουμπινί προβλέπει την επόμενη κρίση το 2020: Ο προστατευτισμός του Τραμπ κινδυνεύει να οδηγήσει την παγκόσμια οικονομία σε χαμηλότερη ανάπτυξη και υψηλότερο πληθωρισμό και στο εσωτερικό να μειώσει τη μεταφορά τεχνολογίας στη χώρα, να περιορίσει τις μεταναστευτικές ροές, αναγκαίες για να διατηρηθεί η ανάπτυξη (ο πληθυσμός των ΗΠΑ μειώνεται), αποθαρρύνει τις επενδύσεις στην πράσινη οικονομία, ενώ απουσιάζει η στρατηγική στις υποδομές.
Η μόχλευση στις αναδυόμενες αγορές και σε προηγμένες οικονομίες είναι υπερβολική. Οι εύθραυστες αναπτυσσόμενες χώρες θα βρεθούν σε κρίση, ελέω προστατευτισμού, καθώς οι επενδυτές προβλέπουν επιβράδυνση της ανάπτυξης το 2020, έτος εκλογών στις ΗΠΑ και οι κινήσεις του Tραμπ απρόβλεπτες.
Το World Gold Council θεωρεί ότι υπάρχει διεθνώς τάση διαφοροποίησης από το δολάριο, συνοδευόμενη από έλλειψη εμπιστοσύνης στα άλλα αποθεματικά νομίσματα. Βρισκόμαστε στην αρχή μιας «μακροχρόνιας διαρθρωτικής αλλαγής», προς μια «σταδιακή μετάβαση από την κυριαρχία του δολαρίου σε ένα πολυπολικό σύστημα νομισμάτων».
Ο προϋπάρχων νομισματικός πόλεμος, ο εμπορικός του Τραμπ, η συσσώρευση κρατικών αποθεμάτων χρυσού και η 4η βιομηχανική επανάσταση θα επιταχύνουν τις αλλαγές.
