ΤΟΥΣ ΣΥΝΔΕΕΙ η 31η Οκτωβρίου – μέρα σημαδιακή και για μένα. Σαν σήμερα το 1888 γεννιέται ο πρώτος στην Αθήνα και τέτοια μέρα πάλι του 1985 αναχωρεί ο δεύτερος από την αττική γη με προορισμό τις επουράνιες πραιρίες, όπου είχε προλάβει να εγκατασταθεί ο κολασμένος πνευματικός του αδελφός, αυτοκτονώντας τον Γενάρη του ’44. Λεύτερα πνεύματα, θαλερά, στάθηκαν γενναιοφρόνως απέναντι στον ρασιοναλισμό και την πραγματικότητα, κυνηγώντας το άπιαστο και το αναπόφευκτο, και βάδισαν αμφότεροι τροπαιούχοι στα λυτρωτικά εδάφη της ποίησης. Πρόκειται για τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη και τον Νίκο Εγγονόπουλο. Τους θυμόμαστε μέσα από δυο χαρακτηριστικά του ύφους τους ποιήματα:
ΕΚ ΒΑΘΕΩΝ Λυπήσου με, Θε μου, στο δρόμο που πήρα,/ χωρίς, ώς το τέλος, να ξέρω το πώς,/ –χωρίς να ’χω μάθει, με μια τέτοια μοίρα,/ ποιο κρίμα με δένει, και ποιος ο σκοπός!// Λυπήσου τα χρόνια που πάνε χαμένα,/ προτού η νύχτα πάλι βαριά ν’ απλωθεί,/ ζητώντας τους άλλους, ζητώντας και μένα,/ ζητώντας εκείνο που δε θα βρεθεί!// Λυπήσου όλα κείνα που πάνε του κάκου,/ γιατί έτσι τους είπαν πως είναι γραφτό,/ και γίνουνται χώμα, στα βάθη ενός λάκκου,/ χωρίς να γυρέψουν το λόγο γι’ αυτό!// Λυπήσου κι εκείνα, λυπήσου και μένα,/ –και μένα, που πάω με καρδιά στοργική,/ ζητώντας μια λύση, σε πράγματα ξένα,/ που δεν έχουν, Θε μου, καμιά λογική…// Λιγάκι να κάνω πως κάτι με σέρνει,/ λιγάκι να φέξει, μες στα σκοτεινά,/ κι αμέσως η μοίρα μου το ξαναπαίρνει,/ κι αμέσως η νύχτα γυρίζει ξανά…// Λυπήσου με, Θε μου, στην απόγνωσή μου,/ λυπήσου τη φλόγα που μάταια σκορπώ/ –λυπήσου με μες στην αγανάκτησή μου,/ να ζω δίχως λόγο και δίχως σκοπό…
ΠΟΛΥΞΕΝΗ Bρυκόλακες αλαλάζοντες και σιδηροπαγείς αύραι μου έφεραν χτες, περί το μεσονύκτιον, μεσουρανούντος του ηλίου της δικαιοσύνης, το μήνυμα του Nτάντε Γκαμπριέλ Pοσσέτη, του Isidore Ducasse και του Παναγή του Kουταλιανού. H πίκρα μου στάθηκε μεγάλη! Mέχρι της στιγμής εκείνης επίστευα εις τα προφητικά οράματα των τορναδόρων, πρόσμενα τους χρησμούς των αλλοφρόνων ιππέων, προσδοκούσα τας μεταφυσικάς επεμβάσεις των αγαλμάτων. Mε γαλήνευε η ιδέα του πτώματός μου. H μόνη μου χαρά ήτανε οι πλόκαμοι των μαλλιών της. Εσκυβα ευλαβικά και φιλούσα την άκρια των δακτύλων της. Παιδί ακόμα, στην δύσιν του ηλίου, έτρεχα ωσάν τρελλός να προφτάσω να κλέψω, πριν νυχτώση, τα λησμονημένα σκιάχτρα μέσ’ απ’ τα χωράφια. Kαι όμως την έχασα, μπορώ να πω μέσ’ απ’ τα χέρια μου, ωσάν να μην ήταν ποτές παρά ένα απατηλόν όραμα, παρά ένα κοινότατο σφυρί. Στη θέση της βρέθηκε μονάχα ένας καθρέπτης. Kι όταν έσκυψα να δω μέσα σ’ αυτόν τον καθρέφτη, δεν είδ’ άλλο τίποτες παρά μόνο δύο μικρά λιθάρια: το ένα ελέγετο Πολυξένη, και το άλλο, Πολυξένη επίσης.
