Το ζήτημα της συνεννόησης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων τίθεται διαχρονικά στον δημόσιο διάλογο και μάλιστα ως μία από τις βασικές προϋποθέσεις για να μπορέσει η χώρα να παράσχει ευημερία στους πολίτες και να αυξήσει τον εθνικά παραγόμενο πλούτο μέσα από ένα σχέδιο ευρείας αποδοχής.
«Η κοινωνική συνεννόηση ως προϋπόθεση ανάπτυξης: Πόσο εφικτή είναι;». Με αυτό το ερώτημα, ο μη κερδοσκοπικός ερευνητικός οργανισμός διαΝΕΟσις, έπειτα από πρόσκληση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΟΚΕ), εκπόνησε στις αρχές του 2017 μια μελέτη με στόχο τον εντοπισμό των βασικών πεδίων στα οποία θα μπορούσε να επιτευχθεί σύγκλιση των κοινωνικών εταίρων.
Κι ενώ θα ανέμενε κανείς ότι η συνεννόηση συνιστά ένα μακρινό όνειρο, τα συμπεράσματα της έρευνας είναι ανατρεπτικά. Σύμφωνα με τους επιστημονικά υπεύθυνους, Γιώργο Οικονομίδη (αναπληρωτής καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών) και Χρήστο Τριαντόπουλο (ερευνητής στο Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών), η μελέτη έδειξε πως υπάρχει σημαντικό περιθώριο για επίτευξη κοινωνικής συνεννόησης και διαμόρφωσης ευρύτατων συναινέσεων πάνω σε μια σειρά από ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία και την οικονομία.
Οι δύο ερευνητές σημειώνουν ότι η ύπαρξη κοινωνικής συνεννόησης αποτελεί βασικό προαπαιτούμενο για τη διαμόρφωση ενός εθνικού σχεδίου, επισημαίνοντας ότι απαιτείται κοινωνικοί εταίροι, φορείς και πολιτικά κόμματα να βάλουν στην άκρη «επιμέρους μικροσυμφέροντα και ιδεοληψίες και να προτάξουν ως βασικό κριτήριο και ζητούμενο το ευρύτερο κοινωνικό και εθνικό συμφέρον». Εντούτοις, διαπιστώνουν ότι προς το παρόν οι όποιες απόπειρες δεν έχουν καρποφορήσει.
Η μελέτη αναλύει τις διαφορετικές απόψεις πάνω σε κρίσιμους τομείς οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας.
Τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία συνοψίζονται ως εξής:
■ Δημόσια διοίκηση: Προκύπτει ότι υπάρχει ευρύτερη σύγκλιση στην ανάγκη αναδιάρθρωσης των δομών και φορέων της γενικής κυβέρνησης, ανάπτυξης συστήματος περιγραφής θέσεων των στελεχών του Δημοσίου, προώθησης της στοχοθεσίας και της αξιολόγησης, καλύτερης αξιοποίησης του ανθρώπινου δυναμικού και ενδυνάμωσης της διαφάνειας.
■ Φορολογικό: Φαίνεται να υπάρχει απόλυτη σύγκλιση επί της αρχής στο θέμα της αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής, αλλά και στην πλειονότητα των προτεινόμενων πολιτικών για την αντιμετώπισή της. Φαίνεται, επίσης, να αποδέχονται όλοι την ανάγκη υιοθέτησης ενός απλού και σταθερού φορολογικού συστήματος. Ωστόσο, εκτιμάται ότι ίσως παρατηρηθούν αποκλίσεις όταν η συζήτηση επικεντρωθεί στον ρόλο συγκεκριμένων εργαλείων φορολογικής πολιτικής.
■ Αγορές προϊόντων: Το σύνολο των υφιστάμενων μελετών συγκλίνουν στην ανάγκη ενίσχυσης του ανταγωνισμού, καθώς και στην άρση των εμποδίων για την ανάληψη επιχειρηματικής δράσης. Σημαντική απόκλιση, ωστόσο, καταγράφεται στο θέμα του ωραρίου των καταστημάτων (π.χ. τις Κυριακές), όπως επίσης και στο θέμα των αποκρατικοποιήσεων.
■ Αγορά εργασίας: Ολοι φαίνεται να συγκλίνουν σε επίπεδο διακηρυκτικό στην ανάγκη υιοθέτησης πολιτικών που θα αποσκοπούν στην αύξηση της απασχόλησης, στη μείωση της ανεργίας, στην αντιμετώπιση του φαινομένου της «αδήλωτης» εργασίας κ.ο.κ. Εν συνεχεία, ωστόσο, γίνεται αντιληπτό ότι υπάρχουν δύο βασικές προσεγγίσεις. Η μία εστιάζει στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων μέσω της αύξησης της ευελιξίας, αλλά με παράλληλη προώθηση παρεμβάσεων που να βελτιώνουν την ασφάλεια του βιοτικού επιπέδου των μελών του εργατικού δυναμικού (flexicurity).
Η άλλη προσέγγιση αμφισβητεί αφενός την αποτελεσματικότητα της εσωτερικής υποτίμησης ως εργαλείου ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, αφετέρου εκτιμά ότι η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας μέσω των διάφορων διαρθρωτικών μεταβολών που υλοποιήθηκαν ειδικά από το 2012 και μετά, όχι μόνο δεν έχει επιλύσει τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής αγοράς εργασίας, αλλά τουναντίον τα έχει επιδεινώσει. Συναίνεση παρατηρείται στη σημασία των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, όμως δεν φαίνεται να συμφωνούν άπαντες στον ρόλο των κλαδικών και επιχειρησιακών συμβάσεων.
Επίσης, όλοι φαίνεται να συγκλίνουν στην ανάγκη ύπαρξης κατώτατου μισθού, αν και υπάρχουν αποκλίσεις ως προς τον τρόπο καθορισμού του. Αποκλίσεις υπάρχουν και στα ζητήματα των ομαδικών απολύσεων αλλά και του δικαιώματος ανταπεργίας των εργοδοτών, οι οποίες ωστόσο δεν κρίνονται αγεφύρωτες. Αντίθετα, εντονότερες είναι οι αποκλίσεις στα ζητήματα του θεσμού της διαιτησίας, του τρόπου κήρυξης των απεργιών και του συνδικαλιστικού νόμου.
■ Κοινωνική ασφάλιση: Αποτυπώνεται σημαντική σύγκλιση σε ορισμένες πτυχές της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης, όπως η ανάγκη εξορθολογισμού των συνταξιοδοτικών απολαβών και η έμφαση στην καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής, παρουσιάζεται περιορισμένη σύγκλιση αναφορικά με την αναδιάρθρωση του ασφαλιστικού συστήματος με την ανάπτυξη των άλλων δύο πυλώνων, ενώ διατυπώνεται ξεκάθαρη διαφοροποίηση από την ΟΚΕ ως προς την ανάγκη ενοποίησης των ασφαλιστικών ταμείων σε έναν φορέα κοινωνικής ασφάλισης.
■ Κοινωνική προστασία: Εντοπίζεται ευρύτερη σύγκλιση στις σχετικές εκθέσεις και μελέτες, στην ανάγκη εδραίωσης και επέκτασης του καθεστώτος ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.
■ Αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας: Οι περισσότερες εκθέσεις και μελέτες συγκλίνουν, με την ΟΚΕ να υπογραμμίζει ότι στόχος είναι ο αναπτυξιακός χαρακτήρας της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας και όχι μόνο η συνεισφορά στην πληρωμή του δημόσιου χρέους.
■ Υγεία: Οσον αφορά τη δημόσια σφαίρα της, εντοπίζεται μερική σύγκλιση όπως η ενδυνάμωση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, η βελτίωση του καθεστώτος διοίκησης των νοσοκομείων, η υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και ψηφιακών πλατφόρμων σε όλο το εύρος του υγειονομικού συστήματος, ο εξορθολογισμός της αναλογίας ιατρών και νοσηλευτικού προσωπικού στο υγειονομικό σύστημα και η συνέχιση της διασφάλισης της καθολικής κάλυψης της υγειονομικής περίθαλψης του πληθυσμού.
Οσον αφορά την ιδιωτική σφαίρα της, εντοπίζεται μεγάλος βαθμός σύγκλισης την ανάγκη προώθησης της παραγωγής γενόσημων φαρμάκων και μερική σύγκλιση σε πεδία της, όπως η παραγωγή νέου ελληνικού φαρμάκου, η ανάπτυξη του ιατρικού τουρισμού και η προώθηση της κλινικής έρευνας.
