ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Λήδα Γαλανού
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μόλις έναν χρόνο μετά τον θρίαμβο του «Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου», ο Λούκα Γκουαντανίνο κατέθεσε (με πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βενετίας, αλλά από την Πέμπτη 1η Νοεμβρίου και στις ελληνικές αίθουσες) το δικό του opus για το ιταλικό και διεθνές σινεμά, το ριμέικ της «Suspiria», της εμβληματικής ταινίας τρόμου που υπέγραψε πρώτος ο Ντάριο Αρτζέντο το 1977.

Η ιστορία τοποθετείται αυτή τη φορά στο «διχασμένο Βερολίνο», το 1977, στην ανατολική πλευρά, και νοτίζεται από τη γερμανική μνήμη του πολέμου, του ναζισμού, αλλά και την επικαιρότητα της δίκης της RAF. Η Ντακότα Τζόνσον, ως νεαρή φέρελπις χορεύτρια, κερδίζει μια πολυπόθητη θέση στην Ομάδα Χορού Μάρκος, υπό την καθηγήτρια και χορογράφο Μαντάμ Μπλανκ της Τίλντα Σουίντον, για να διαπιστώσει σταδιακά ότι τα πατώματα της Ακαδημίας ποτίζονται όχι μόνο με ιδρώτα αλλά και με αίμα κι ότι κάτι απειλητικό και μυστηριώδες ανασαίνει στα θεμέλιά της.

Ο Λούκα Γκουαντανίνο και η Τίλντα Σουίντον είναι φίλοι εδώ και είκοσι πέντε χρόνια κι έχουν συνεργαστεί ήδη σε τρεις ταινίες (ξεκινώντας το 1999 με το «The Protagonists», για να ακολουθήσουν τα «Είμαι ο έρωτας», «Κάτω από τον ήλιο»), ενώ ο Γκουαντανίνο έχει γίνει εξομολογητής της Σουίντον στο ντοκιμαντέρ «Tilda Swinton: The Love Factory». Τώρα, με αφορμή τη νέα τους δουλειά, τη «Suspiria», δίνουν συνέντευξη μαζί: γιατί έχουν μια σκέψη καλλιεργημένη, προκλητική και ασίγαστη.

«Δεν είμαστε καλλιτέχνες, είμαστε αγρότες»

Μετά από δυόμισι δεκαετίες προσωπικής και επαγγελματικής σχέσης, μπορούν ακόμα να εκπλήξουν ο ένας τον άλλον; «Η μεγαλύτερη έκπληξη θα ήταν αν δεν συνεχίζαμε να εκπλήσσουμε ο ένας τον άλλον» εξηγεί χαμογελώντας η Τίλντα Σουίντον, «είναι μέρος της συμφωνίας μας αυτό. Ο κόσμος συνέχεια μας λέει, “δουλεύετε τόσο καιρό μαζί” και για μένα, μόλις τώρα ξεκινάμε. Είναι 25 χρόνια κι είμαστε ακόμα στην αρχή, έχουμε τόσα πολλά πράγματα να κάνουμε. Κι αυτό είναι σπουδαίο. Αλλάζουμε, γιατί μεγαλώνουμε, είμαστε 25 χρόνια μεγαλύτεροι, αλλά έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας, μαζί».

Μαζί επιλέγουν και τα επόμενα πρότζεκτ τους, ακόμα κι αν τα πραγματοποιήσουν χωριστά – για παράδειγμα, η Σουίντον «συμμετέχει» στο «Να με φωνάζεις με τ’ όνομά σου», έστω και μόνο στις ευχαριστίες των τίτλων τέλους. «Επόμενο πρότζεκτ δεν είναι απαραίτητα μια ταινία» λέει ο Λούκα Γκουαντανίνο. «Είναι και να πας να βρεις έναν κτηνοτρόφο που κάνει πολύ ωραία τυριά. Πρότζεκτ είναι οι περιπέτειες στη ζωή.

Συμβαίνει να κάνουμε και οι δυο ταινίες και να έχουμε και οι δυο την ευκαιρία και το προνόμιο να παίζουμε μ’ αυτό το παιχνίδι που λέγεται σινεμά». Μένοντας στον ίδιο ειρμό, η Σουίντον προσθέτει: «Πάντα μας σκέφτομαι όχι ως καλλιτέχνες, αλλά σαν αγρότες. Συνέχεια σπέρνουμε, κάποια πράγματα φυτρώνουν, άλλα γρήγορα κι άλλα χρειάζονται περισσότερο χρόνο κι άλλα δεν φυτρώνουν ποτέ. Απλώς σπέρνεις και περιμένεις να δεις τι θα βγει. Αλλά σπέρνεις σε πολλά χωράφια ταυτόχρονα».

Αναλαμβάνοντας την ευθύνη να διασκευάσει μια ταινία τόσο εμβληματική για το ιταλικό αλλά και το παγκόσμιο σινεμά, ο Λούκα Γκουαντανίνο προσπαθεί να διατηρήσει την ψυχραιμία του για την αντίδραση του μετρ: «Δεν συνεργαστήκαμε με τον Ντάριο Αρτζέντο καθόλου. Πήραμε τα δικαιώματα, προσπαθήσαμε πρώτα να κάνουμε την ταινία με τον Ντέιβιντ Γκόρντον Γκριν και μετά ανέλαβα να τη σκηνοθετήσω εγώ. Μου είπε “απλώς πήγαινε κάνε την ταινία”. Σήμερα διάβασα ότι είπε στη La Repubblica ότι η δική του ταινία είναι άγρια κι αυτή εδώ εύθραυστη. Εγώ πιστεύω το ακριβώς αντίθετο, έχουμε κι οι δυο παραισθήσεις».

Μια από τις αλλαγές που έφερε η νέα «Suspiria» σε σχέση με την πρωτότυπη, του Αρτζέντο, είναι ο χώρος και ο χρόνος, το Βερολίνο του 1977. Ο λόγος είναι ξεκάθαρος για τη Σουίντον: «Στο Βερολίνο υπάρχει αυτό το τείχος, αυτή η διχοτόμηση, η εκδήλωση μιας κομματιασμένης ταυτότητας. Κι αυτό διαπερνά την ταινία: το να βλέπεις το τείχος εξακολουθεί να είναι κάτι τόσο ενθυμητικό.

Αρα η ταινία τέμνει κάθετα αυτές τις οριζόντιες στρώσεις της ταυτότητας, της καταστολής, της υποσυνείδητης ταυτότητας, όλο και πιο κάτω, όλο και πιο κάτω. Συναντά τη διττή σχέση της Δύσης με την Ανατολή. Την Ακρα Δεξιά και την Ακρα Αριστερά. Αυτός ο κόσμος, του Βερολίνου του ’77, που σ’ έναν βαθμό θυμάμαι και η ίδια, μια και πρωτοπήγα στο Βερολίνο το ’85 και ήδη από το ’77 πήγαινα σε άλλες πόλεις της Γερμανίας, είχε μια αίσθηση μυστικών, ενός παραπετάσματος καπνού, ενός αλλόκοτου καθρεφτίσματος της αλήθειας».

Για τον Γκουαντανίνο, η επιλογή είναι τόσο πολιτική όσο και ψυχαναλυτική: «Η ταινία του Ντάριο εκτυλισσόταν στο Φράιμπουργκ, οπότε η Γερμανία ήταν πάντα στοιχείο της ταινίας. Απλώς εμείς νιώσαμε ότι η ιδανική στιγμή για τη δική μας βερσιόν της ιστορίας ήταν το 1977, η χρονολογία της εξόδου στις αίθουσες της ταινίας του Ντάριο Αρτζέντο.

Κι αν τοποθετηθείς εκεί χρονικά και βρίσκεσαι στη Γερμανία, ζεις σε μια περίοδο αναταραχής, μια στιγμή μεγάλης σύγκρουσης που κάνει τα θεμέλια αυτής της κοινωνίας, που ξαναχτίστηκε μετά τη φρίκη του πρώτου μισού του αιώνα, να τρέμουν. Κι ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η σύγκρουση μεταξύ των γενεών, αυτών των δύο αντίπαλων μετώπων στο ζήτημα της ενοχής και της ευθύνης, και το πώς η βιαιότητα της αδιαφορίας για την ευθύνη μιας χώρας συναντά τη βιαιότητα της αστάθειας της χώρας είναι κάτι που προκαλεί αυξανόμενη αγωνία. Σ’ αυτή τη δική μας ταινία μαγείας, ήταν αδύνατον να χάσουμε την ευκαιρία να αποτυπώσουμε αυτά τα δύο πράγματα μαζί».

Το στοιχείο της καταπιεσμένης ενοχής είναι πρωταγωνιστικό στην ταινία του Γκουαντανίνο, εκείνος όμως δεν το τοποθετεί μόνο στο γερμανικό παρελθόν: «Νομίζω πως στις δεκαετίες του ’50, του ’60, του ’70, υπήρχε μια σκόπιμη, συνειδητή, οργανωμένη άρνηση.

»Μια συμφωνία που έγινε για να μην αντιμετωπίσει κανείς τα γεγονότα, σίγουρα στη Γερμανία, αλλά και γενικότερα στην Ευρώπη. Σήμερα, την εποχή της απίστευτης φτώχειας στην πνευματική καλλιέργεια και της απώλειας της μνήμης, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα».

Εάν η ταινία του Αρτζέντο είχε ως κύριο όχημά της την εξπρεσιονιστική χρήση του χρώματος, η «Suspiria» του Γκουαντανίνο στηρίζεται δημιουργικά στο στοιχείο του χορού. «Ολοι οι χορευτές, ακόμα περισσότερο οι χορευτές της ταινίας, ζουν με το κορμί τους» λέει η Σουίντον.

«Είναι σαν οποιοδήποτε περιβάλλον να μπορεί να γίνει δικό τους, σαν παντού ολόγυρα να γίνεται πόλεμος, αλλά τα κορμιά τους είναι ιεροί τόποι, απαραβίαστοι. Το κορμί τους είναι η δουλειά και το οπλοστάσιό τους. Ο Γκέμπελς είχε πει ότι ο χορός πρέπει να είναι χαρούμενος κι όμορφος κι όχι φιλοσοφικός. Κι έτσι η Μαντάμ Μπλανκ της ταινίας το αντιστρέφει αυτό και λέει “πρέπει να σπάσουμε τη μύτη κάθε ωραίου προσώπου, ο χορός δεν μπορεί ποτέ να είναι χαρούμενος κι όμορφος”.

»Γι’ αυτήν, ο χορός είναι μια πολιτική, γεμάτη ενέργεια εξουσία που μπορεί να γητέψει, να ξορκίσει ή να μαγέψει κι αυτό ισχύει απόλυτα για τους χορευτές. Μια βασική αναφορά μας ήταν η Μέρι Βίγκμαν, πρωτοπόρος του εξπρεσιονιστικού χορού, που είχε και μια πολύ ενδιαφέρουσα ζωή: συντήρησε την ομάδα χορού της σε λειτουργία σε όλη τη διάρκεια του Τρίτου Ράιχ κι επιβίωσε μέχρι μετά τον πόλεμο, ήταν ψυχικά ευάλωτη και το αριστούργημά της ήταν το “Hexentanz”, “Ο Χορός των Μαγισσών”, οπότε στηριχτήκαμε σ’ ένα υπαρκτό πρόσωπο που όντως σήμαινε κάτι για την ηρωίδα της ταινίας και για την ιστορία».

Ο Γκουαντανίνο προσεγγίζει το θέμα του χορού με γνώμονα την αισθητική: «Για μένα, η μαγεία και ο χορός είναι απόλυτα συνδεδεμένα στην ταινία του Ντάριο, οπότε αυτό μας οδήγησε στο να χρησιμοποιήσουμε τον χορό ως φυσικό, απόλυτα συνυφασμένο στοιχείο της ταινίας. Για μένα ήταν ιδιαίτερη χαρά, γιατί δεν υπάρχει τίποτα πιο κινηματογραφικό από το κινούμενο σώμα».

«Δεν είμαστε καλλιτέχνες, είμαστε αγρότες»

Τόσο ο Γκουαντανίνο, με τις ταινίες του που απογειώνουν την ομορφιά των κτιρίων, της φύσης και των ανθρώπων, όσο κι η Σουίντον, που, εκτός από… fashion icon, είναι μια γυναίκα καλλιτέχνις με έντονη την πρόθεση της αισθητικής πρόκλησης, δεν είναι δυο άνθρωποι με συμβατική αντίληψη του ωραίου. «Ο κόσμος του instagram είναι η αποθέωση του εξωραϊσμού των πραγμάτων και των προσώπων μ’ έναν γρήγορο και αυτοανακαλούμενο τρόπο» λέει ο Γκουαντανίνο. «Η ιδέα της ομορφιάς μού είναι ξένη, δεν την καταλαβαίνω. Οχι. Μπορούμε να μιλήσουμε για τη γλώσσα, για τη φόρμα, αλλά όχι απαραίτητα σε συνάρτηση με την ομορφιά».

«Εγώ δεν έχω την παραμικρή σχέση με το σύμπαν του instagram, ούτε με τα social media με κανέναν τρόπο» συμπληρώνει η Σουίντον. «Απλώς –και το ξέρω ότι ακούγεται μπανάλ– μου ήρθε στο μυαλό το απόφθεγμα “η ομορφιά είναι στα μάτια του θεατή” κι αυτή εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι η καλύτερη απάντηση. Η ομορφιά σχετίζεται με το συναίσθημα και το τι συναίσθημα προκαλεί κάτι σε κάποιον είναι τελείως προσωπικό θέμα. Ως καλλιτέχνης έχεις ένα όριο στο τι μπορείς να κάνεις για να φροντίσεις για την παραγωγή των ενδορφινών του θεατή. Δεν είναι αυτή η δουλειά μας.

Με ενδιαφέρει περισσότερο να προκαλέσω τις αισθήσεις, είτε πρόκειται για απόλαυση, είτε για ένταση, ίλιγγο, τρόμο, συγκίνηση, αυτά είναι τα εργαλεία που μεταχειριζόμαστε εμείς. Η ομορφιά δεν βρίσκεται ανάμεσά τους. Πάντα μου κάνει εντύπωση αυτό το σημείο στο αμερικανικό Σύνταγμα που αναφέρει την “επιδίωξη της ευτυχίας”, μου φαίνεται τόσο αλλόκοτο να συμπεριλάβεις κάτι τέτοιο – είναι σαν, ας πούμε, την “επιδίωξη της βανίλιας”! Είναι κάτι που έρχεται και φεύγει, σαν την “επιδίωξη της καλοκαιρίας”».

Info: Η ταινία «Suspiria» του Λούκα Γκουαντανίνο βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες την Πέμπτη 1η Νοεμβρίου, από τη Seven Films