Η αριστερή κυβέρνηση κλείνει ήδη 4 χρόνια στο τιμόνι της χώρας και στο διάστημα αυτό είχε να αντιμετωπίσει μείζονα προβλήματα επιβίωσης και διάσωσης της ίδιας της χώρας και της κοινωνίας συνολικά. Σε πολλούς τομείς τα έχει καταφέρει μέσα σε συνθήκες πτώχευσης στη μέγκενη των μνημονίων και με τους δανειστές από σκληρούς έως εχθρικούς.
Στον τομέα του αθλητισμού, είχε να διαχειριστεί ένα «προνομιακό» για την Αριστερά περιβάλλον, με ένα παρωχημένο και αναχρονιστικό νομοθετικό πλαίσιο, ελάχιστους πόρους, ένα στρεβλό, ανεπαρκές και κρατικοδίαιτο μοντέλο λειτουργίας των κρατικών και ιδιωτικών φορέων του αθλητισμού, ένα δίκτυο κακοσχεδιασμένων και κακοσυντηρημένων υποδομών και ένα τραυματισμένο ιδεολογικό και αξιακό απόθεμα, με τα συμπτώματα της διαφθοράς και της κακοδιαχείρισης να είναι υπαρκτά. Και ήταν το περιβάλλον «προνομιακό», γιατί φαινόταν πολύ εύκολο να χτίσει ένα καινούργιο οικοδόμημα και να κάνει τη διαφορά από την αρχή.
Εγινε έτσι, όμως; Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε τη διακυβέρνηση επαγγελλόμενος τη θέσπιση ενός νέου αθλητικού μοντέλου, με ριζοσπαστικές θεσμικές παρεμβάσεις, με επίκεντρο τον αθλούμενο και τον ερασιτεχνικό αθλητισμό. Υποσχέθηκε έναν νέο αθλητικό νόμο που θα διασφαλίζει άνοιγμα στην κοινωνία, συλλογικότητα, ανανέωση των στελεχών, δικαιώματα των αθλητών και των αθλουμένων και θέσπιση κανόνων διαφάνειας και νομιμότητας σε όλο το φάσμα του αθλητισμού, ερασιτεχνικού και επαγγελματικού.
Υστερα από τέσσερα χρόνια, ανακύπτουν πολλά ερωτήματα:
Είναι δυνατόν να γίνουν πράξη αυτές οι εξαγγελίες χωρίς έναν νόμο-πλαίσιο που θα αντικαταστήσει τον προηγούμενο ηλικίας ήδη 20 ετών;
Πώς θα δημιουργηθεί ένα νέο δημοκρατικό αθλητικό μοντέλο; Με τροπολογίες και αποσπασματικές ρυθμίσεις και μάλιστα συχνά αδόκιμες και ατελείς, χωρίς δημόσια διαβούλευση και κοινοβουλευτική επεξεργασία;
Τι απέγινε το νομοσχέδιο Κοντονή που ήταν έτοιμο εδώ και δύο χρόνια να βγει στη δημόσια διαβούλευση και προέβλεπε περιορισμούς στις θητείες αθλητικών στελεχών, αναλογικά εκλογικά συστήματα στις αρχαιρεσίες κ.λπ.;
Πώς ρυθμίστηκαν οι σχέσεις των ολιγαρχών στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο; Με το «φύγε εσύ, έλα εσύ»; Ή με την προικοδότηση των ΠΑΕ από την κρατική τηλεόραση; Η πολιτική της κυβέρνησης είναι να κατακλύζεται η ΕΡΤ από τους αγώνες των επαγγελματικών πρωταθλημάτων ποδοσφαίρου και μπάσκετ με κριτήριο την τηλεθέαση, εκτοπίζοντας κάθε ερασιτεχνική αθλητική δραστηριότητα;
Επρεπε να κυβερνήσει η ριζοσπαστική Αριστερά για να το δούμε αυτό; Αυτός είναι ο ρόλος της κρατικής τηλεόρασης;
Το μάθημα της Φυσικής Αγωγής, μέσα στα σχολεία, πότε ήταν τόσο υποβαθμισμένο; Υπάρχει γονιμότερο πεδίο για μια ολοκληρωμένη καλλιέργεια και ανάπτυξη βασικών αξιών του αθλητισμού, αλλά και της θωράκισης της υγείας των ελληνόπουλων, που βρίσκονται ήδη στις κορυφαίες θέσεις των διεθνών ερευνών της παχυσαρκίας και υποκινητικότητας;
Είναι αλήθεια ότι σε πολλά ζητήματα αρμοδιότητας της ΓΓΑ γίνεται καλύτερη διαχείριση. Φτάνει όμως αυτό;
Είναι αλήθεια ότι εναρμονίστηκε η ελληνική νομοθεσία με τον κώδικα WADA για να αντιμετωπιστεί το μεγάλο πρόβλημα του doping. Φτάνει όμως αυτό όταν ο Εθνικός Οργανισμός για την καταπολέμηση του ντόπινγκ υποχρηματοδοτείται και υπολειτουργεί με αποτέλεσμα να γίνονται ελάχιστοι έλεγχοι και να κάνουν «πάρτι» οι έμποροι, οι διακινητές και οι επίορκοι αθλητές και προπονητές;
Είναι αλήθεια ότι οι περικεκομμένες λόγω μνημονίων επιχορηγήσεις των αθλητικών ομοσπονδιών καταβάλλονται έγκαιρα, αλλά φτάνει αυτό όταν, παρά τις εξαγγελίες αυτής της κυβέρνησης, δεν εφαρμόζεται ένα σύστημα αντικειμενικής αξιολόγησης των αθλητικών ομοσπονδιών για την κατανομή των επιχορηγήσεων, με αποτέλεσμα οι τακτικές επιχορηγήσεις να γίνονται με άγνωστα κριτήρια και οι έκτακτες να επιβιώνουν και σήμερα;
Είναι αλήθεια ότι γίνεται προσπάθεια ανακατασκευής και συντήρησης των αθλητικών εγκαταστάσεων, αναζητώντας και εξοικονομώντας πόρους από διάφορες πηγές, αλλά φτάνει αυτό, όταν βλέπει κανείς να λύνονται με διαδικασίες «εξπρές» όλα τα ζητήματα υποδομών του επαγγελματικού αθλητισμού και ο στίβος, το πρώτο ερασιτεχνικό άθλημα, να βλέπει το μοναδικό κλειστό στάδιο στίβου να λεηλατείται, να έχει καταστραφεί ο στίβος του ΟΑΚΑ και του «Καυτανζογλείου», με αποτέλεσμα να μην μπορούν να διεξαχθούν ούτε περιφερειακοί αγώνες στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη;
Την ίδια περίοδο (11/2017), ο υφυπουργός Αθλητισμού, στη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, δηλώνει: «ΣΕ ΜΙΑ ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΞΑΝΑΣΤΕΚΕΤΑΙ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ ΕΧΟΥΜΕ ΕΝΤΑΞΕΙ ΣΤΙΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΜΑΣ ΤΗ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΜΕΓΑΛΩΝ ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ»! Αυτό ήταν το πρώτο ηχηρό καμπανάκι ότι κάτι δεν πάει καλά.
Είναι αλήθεια επίσης ότι η κυβέρνηση έχει κάνει σημαντικά βήματα στην καταβολή των οικονομικών επιβραβεύσεων και των προβλεπομένων διορισμών των διακριθέντων αθλητών, που προηγούμενες κυβερνήσεις άφησαν σε εκκρεμότητα, αλλά προ ημερών υπέπεσε σε ένα ολίσθημα, που μας γύρισε πολλά χρόνια πίσω!
Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο υφυπουργός Αθλητισμού ανακοίνωσε σε δεκαεξάχρονους αθλητές που διακρίθηκαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες Νέων την παροχή δεκάδων χιλιάδων ευρώ στον καθένα, ως επιβράβευση. Πολύ αμφιβάλλω αν αυτή η πολιτική συμβαδίζει με τις «ζωντανές αξίες της Αριστεράς» που επικαλούνται τα στελέχη της στον αθλητισμό.
Σε κάθε περίπτωση, οι χρηματικές αμοιβές και μάλιστα τόσο εξοργιστικά υψηλές, σε αθλητές αυτής της ηλικίας, μόνο αρνητικές έως καταστροφικές επιδράσεις μπορούν να έχουν στην ψυχολογία, τον χαρακτήρα, την περαιτέρω αθλητική τους εξέλιξη και κυρίως στη στάση τους απέναντι στα φαινόμενα της εμπορευματοποίησης και του ντόπινγκ. Στην περίπτωση αυτή, δεν μιλάμε για καμπανάκι αλλά για συναγερμό που πρέπει να σημάνει, μήπως και ακουστεί στα υψηλά κλιμάκια της κυβέρνησης.
Επειτα από πενήντα χρόνια συνεχούς ενασχόλησης με τον αθλητισμό, σαν αθλητής, προπονητής, καθηγητής Φυσικής Αγωγής, πρόεδρος και γενικός γραμματέας του ΣΕΓΑΣ, μπορώ να ισχυριστώ με βεβαιότητα ότι η ανάληψη μεγάλων διοργανώσεων και τα υπερβολικά κίνητρα αποτέλεσαν τις μήτρες όλων των δεινών που ταλαιπώρησαν τον ελληνικό αθλητισμό τις προηγούμενες δεκαετίες.
Σε κάθε περίπτωση, είναι περισσότερο από φανερό ότι η εικόνα αυτή είναι αναντίστοιχη με την προσπάθεια του πρωθυπουργού και της πλειονότητας των κυβερνητικών στελεχών να περάσουν από τις μνημονιακές συμπληγάδες, διατηρώντας στρατηγικά αποθέματα αριστεροσύνης, ριζοσπαστικών πολιτικών και αξιοπιστίας.
Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να ανατραπούν αυτές οι πολιτικές εάν θέλει η κυβέρνηση να πείσει ένα κρίσιμο μέγεθος των αναποφάσιστων πολιτών, ώστε να δώσει την ευκαιρία στον ΣΥΡΙΖΑ και τις υπόλοιπες κεντροαριστερές δυνάμεις, να εφαρμόσουν αριστερές και φιλολαϊκές πολιτικές, χωρίς τις δουλείες των μνημονίων και τη δεσποτεία του ΔΝΤ και του Βερολίνου.
* γενικός γραμματέας ΣΕΓΑΣ, βαλκανιονίκη και μεσογειονίκη του δεκάθλου
