Κορίτσι ★★★★☆
(Girl, Βέλγιο, Ολλανδία, 2018, 109′)
- σκηνοθεσία: Λουκάς Ντοντ
- ηθοποιοί: Βίκτορ Πόλστερ, Αριε Φόρτχαλτερ
Το γεγονός ότι την ίδια Πέμπτη, στη μικρή ελληνική αγορά, βγαίνουν μαζί δυο από τις ωραιότερες «καλλιτεχνικές» ταινίες της χρονιάς κι οι δυο με θεματολογία που αγγίζει τα όρια της αυτοδιάθεσης, της γυναικείας ύπαρξης, των προσωπικών επιλογών σχετικά με το φύλο και τη σεξουαλικότητα, της πολύ βαθιάς, πολύ τολμηρής ελευθερίας, θα μπορούσε να θεωρηθεί πραγματικό κρίμα. Η καλή συγκυρία, αν το κοινό αποφασίσει να δει και τις δυο.
Το «Κορίτσι» του Φλαμανδού Βέλγου Λουκάς Ντοντ είναι το πιο ευαίσθητο και πιο τολμηρό ντεμπούτο που θα μπορούσε να ζητήσει κανείς. Η ταινία έκανε την πρεμιέρα της στο τελευταίο Φεστιβάλ των Κανών, όπου αγκαλιάστηκε ως αποκάλυψη, με ενθουσιασμό και απελευθερωτική συγκίνηση και τιμήθηκε με τη Χρυσή Κάμερα Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη και με το Βραβείο Ερμηνείας στο τμήμα Ενα Κάποιο Βλέμμα.
Με τίτλο που μοιάζει, αλλά δεν είναι, αυτονόητος, το «Κορίτσι» είναι η ιστορία της Λαρά, ενός έφηβου κοριτσιού γεννημένου σε σώμα αγοριού. Η Λαρά δεν θέλει μόνο να γίνει κορίτσι, ν’ αποκτήσει το σώμα που ταιριάζει με το μυαλό και την ψυχή της, αλλά και να γίνει μπαλαρίνα. Οσο, με τη συμπαράσταση του γεμάτου κατανόηση κι αγάπη πατέρα της και των γιατρών της, ετοιμάζεται για την εγχείρηση επαναπροσδιορισμού φύλου, πιέζει το κορμί της πέρα από τα άκρα, στη σχολή χορού όπου εκπαιδεύεται.
Ο Λουκάς Ντοντ κάνει, πάνω απ’ όλα, μια ταινία ζεστή. Από το φυσικό φως, τον ήλιο που σε κάθε πλάνο μπαίνει από τα παράθυρα και φωτίζει το δέρμα της Λαρά: λευκό όταν ξεκουράζεται, ρόδινο όταν πιέζεται, τραυματισμένο από τις πουέντ που απαιτούν να χωρέσει η φόρμα της σ’ ένα αυστηρό πλαίσιο.
Δίπλα στην υποστήριξη του έμπειρου Αριε Φόρτχαλτερ στον ρόλο του πατέρα, ο 16χρονος Βίκτορ Πόλστερ, χορευτής ώς και σήμερα, δίνει μια ερμηνεία μοναδικής φυσικότητας και πηγαίας ορμής, σίγουρα επίμονα δουλεμένη σαν πλιέ στην μπάρα. Η κάμερα του Ντοντ τον ακολουθεί, ως Λάρα, στην καθημερινή της ρουτίνα, στις συναντήσεις, τις εξομολογήσεις, τις αγωνίες και τις μικρές, οικογενειακές στιγμές, στην πρώτη υποψία ερωτικής επαφής, στις αποτυχίες και το πείσμα της, σαν μια φέτα ζωής, όμως ξεχωριστής, γενναιόδωρης και σημαντικής.
Γιατί ο Ντοντ δεν επιλέγει να επικεντρωθεί, όπως από μια πλευρά θα συνεπαγόταν το θέμα του, σ’ έναν αγώνα, μια αντίσταση, το «Κορίτσι» του δεν έχει τίποτε το σκοτεινό, το σκληρό, παρά μόνο την αναταραχή μιας γεμάτης ένταση καρδιάς, τη βιασύνη μιας εφηβικής ιδιοσυγκρασίας
Το «Κορίτσι» δεν είναι μια ταινία για ένα διεμφυλικό άτομο μόνο. Είναι ένα συναρπαστικό, συγκινητικό φιλμ για την ενηλικίωση, για τον πανικό της εφηβείας, για μια νέα ψυχή που αδημονεί να γίνει, επιτέλους, αυτό που δείχνουν τα όνειρά της.
ΑΙΓΛΗ, ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ, ΑΤΛΑΝΤΙΣ, ΕΛΛΗ, ΚΗΦΙΣΙΑ CINEMAX, ΝΙΡΒΑΝΑ, ΣΙΝΕΡΑΜΑ, ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ
Οι κληρονόμοι ★★★★☆
(Las Herederas, Παραγουάη, Γερμανία, Ουρουγουάη, Βραζιλία, Νορβηγία, Γαλλία, 2018, 98′)
σκηνοθεσία: Μαρτσέλο Μαρτινέσι
ηθοποιοί: Ανα Μπρουν, Μαργκαρίτα Ιρούν, Ανα Ιβάνοβα
Ο νεαρός Μαρτσέλο Μαρτινέσι από την Παραγουάη, στο σκηνοθετικό ντεμπούτο του, επιδεικνύει μια μοναδική, απρόσμενη συναισθηματική νοημοσύνη μελετώντας, με το σενάριο και την κάμερά του, τη γυναικεία ιδιοσυγκρασία και μάλιστα αυτή της ώριμης ηλικίας.
Καθόλου παράξενο που οι «Κληρονόμοι» τιμήθηκαν ήδη με τρία βραβεία στο Φεστιβάλ Βερολίνου (Καλύτερη Γυναικεία Ερμηνεία, Βραβείο Κινηματογραφικής Πρωτοπορίας, Βραβείο FIPRESCI), με τη Χρυσή Αθηνά Καλύτερης Ταινίας στις Νύχτες Πρεμιέρας και αποτελούν την πρόταση της Παραγουάης για το Ξενόγλωσσο Οσκαρ.
Ο Μαρτινέσι επιλέγει να ρίξει μια ιδιαίτερα ευαίσθητη, διαπεραστική ματιά, στη γυναίκα των 60, μέσα σ’ έναν κόσμο που αλλάζει βίαια τα δεδομένα του. Οι ηρωίδες του, η Τσέλα και η Τσικίτα, ζευγάρι από δεκαετίες, απόγονοι της άρχουσας τάξης της Παραγουάης, χάνουν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους. Τα χρέη τους στο κράτος αντιμετωπίζονται ως κακούργημα κι η Τσικίτα πηγαίνει φυλακή για δυο μήνες. Την ίδια ώρα, η Τσέλα, ώς τώρα προστατευμένη και ασφαλής, στο υπέροχο, τεράστιο σπίτι της με το απαλό φως των αναμνήσεων, ξεκινά να ξεπουλά σερβίτσια και κρυστάλλινα ποτήρια, να δουλεύει ως σοφέρ, παρότι το δίπλωμά της δεν έχει ανανεωθεί, να πειραματίζεται με μια «απόδραση» από τη δική της φυλακή, ένα πάλαι ποτέ χρυσό κλουβί που σήμερα έχει γίνει σκόνη.
Σ’ ένα φιλμ που αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από γυναίκες, ο Μαρτινέσι τολμά να μην κάνει κανένα γενικό πλάνο, μόνο περιορισμένα κάδρα από το σύμπαν των γυναικών και πολλά κοντινά: στα σώματα με τη γοητεία και τα εμφανή σημάδια της ζωής, τα μεταξωτά φουλάρια στον λαιμό, τα μάτια της Τσέλα που ανοίγουν διάπλατα μπροστά σε κάθε νέα πρόκληση. Ολα φωτισμένα με καλοκαιρινή σκόνη, χωρίς ένταση και νεύρο, αλλά με παρελθόν και υπόβαθρο και νοσταλγία.
Αν ο Μαρτινέσι επιλέγει να μιλήσει για ένα ζευγάρι λεσβιών στα 60, είναι για να προσδιορίσει το πραγματικό αίσθημα της μοναξιάς: εκεί όπου οι ηρωίδες του διαπιστώνουν πως τίποτε απ’ όσα θεωρούσαν δεδομένα δεν ισχύει στ’ αλήθεια πια. Ούτε καν αυτός, ακόμα, ο δίσκος με τα απαραίτητα –τσάι, αλκοόλ, σνακ, χάπια– που εξασφαλίζει τη ρουτίνα της ημέρας.
Μαζί, μιλά με γνώση για την Παραγουάη (με τόσες παρηχήσεις με την ελληνική πραγματικότητα) και τη διασπασμένη, ταξική, πικρή κοινωνία της.
Συνδέοντας την παράδοση της ζεστασιάς και του ανθρωποκεντρισμού του σινεμά της Λατινικής Αμερικής με μια αμείλικτη ματιά στο σήμερα, ο Μαρτινέσι κάνει μια κομψή και ώριμη ταινία, κατακτώντας το εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα του να παρουσιάσει κάτι πολύ συγκεκριμένο ώστε να αποκτήσει καθολική απήχηση, μια ιστορία θλίψης ώστε ν’ αποδώσει γλύκα, μια ιστορία για γυναίκες σε ελεύθερη πτώση και μια κοινωνία που πέφτει μαζί τους. Σ’ ένα φιλμ που κάθεται πάνω σου με αγάπη και μελαγχολία, σαν δικό σου βίωμα.
ΑΒΑΝΑ, ΑΝΔΟΡΑ, ΑΣΤΟΡ, ΔΙΑΝΑ, ΙΛΙΟΝ, ΚΗΦΙΣΙΑ CINEMAX, ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ, ΣΠΟΡΤΙΝΓΚ, ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ
λπ ★★★½☆☆
(Ελλάδα, 2017, 70′)
- σκηνοθεσία: Χρήστος Πέτρου
- Το ντοκιμαντέρ του Χρήστου Πέτρου, φτιαγμένο με εκπληκτικό υλικό και άπλετη αγάπη, για τη Λένα Πλάτωνος και τη σημασία της, μετά τον γύρο του στον κόσμο, φτάνει στο «Τριανόν».
Ο Χρήστος Πέτρου στήνει μια ταινία που δεν είναι, σε καμία περίπτωση, η βιογραφία της Λένας Πλάτωνος, αλλά είναι μια ακριβής και καλά βιωμένη, παρουσίαση της επαναστατικότητάς της όταν ξεκίνησε, της απήχησής της σήμερα στη διεθνή μουσική σκηνή νέων καλλιτεχνών και, μαζί, μια εκπληκτική εξιστόρηση του πώς γινόταν και, κυρίως, πώς καταγράφονταν, η ελληνική ηλεκτρονική μουσική την αναλογική δεκαετία του ’80. Η Λένα Πλάτωνος συμμετέχει στην ταινία με επιλεγμένες αναγνώσεις, ενώ το ντοκιμαντέρ στελεχώνουν άνθρωποι της μουσικής από τις τρεις δεκαετίες της καθοριστικής πορείας της, από τους Σαβίνα Γιαννάτου, Πάνο Δράκο, Γιάννη Παλαμίδα, Ελλη Πασπαλά ώς τους Red Axes, Coti K, Felizol.
ΤΡΙΑΝΟΝ (οι προβολές θα συνοδεύονται από μουσική, την ίδια τη Λένα Πλάτωνος και αναπάντεχες συνεργασίες)
Μαίρη Σέλλεϋ ★★☆☆☆
(Mary Shelley, Ην. Βασίλειο, Λουξεμβούργο, ΗΠΑ, 2017, 120′)
- σκηνοθεσία: Χάιφα Αλ-Μανσούρ
- ηθοποιοί: Ελ Φάνινγκ, Ντάγκλας Μπουθ, Στίβεν Ντιλέινι
Η πρώτη γυναίκα σκηνοθέτις από τη Σαουδική Αραβία, που το 2012 έκανε αίσθηση με το «Απαγορευμένο Ποδήλατο», στρέφεται σε κάτι πολύ διαφορετικό, δυτικό και ρηχά φεμινιστικό. Η ταινία παρακολουθεί τη σπουδαία συγγραφέα και ακτιβίστρια Μέρι Σέλεϊ, από τα 16 της χρόνια, όταν γνωρίζει κι ερωτεύεται τον ποιητή Πέρσι Σέλεϊ και για μια πενταετία, μέχρι τη συγγραφή του εμβληματικού γοτθικού μυθιστορήματός της, «Φρανκενστάιν», και την οριστική επανέκδοσή του με το όνομά της, μια και η πρώτη κυκλοφόρησε ανώνυμα, θεωρούμενη μη ελκυστική αν η συγγραφέας ήταν γυναίκα.
Η ταινία κυλά περισσότερο ως ελαφρύ ρομαντικό δράμα εποχής, με την πάντα νεραϊδένια Ελ Φάνινγκ να διατυπώνει ξύλινες δηλώσεις περί ελευθερίας και φεμινισμού, ως «επίκαιρες», χωρίς να στεριώνει πουθενά η ρηξικέλευθη προσωπικότητα της Σέλεϊ, η ένταση των τολμηρών αποφάσεών της, ή, ακόμα, η ζοφερή περίοδος στην οποία έζησε κι έδρασε.
Αιγαίο SOS
(Ελλάδα, 2018, 95′)
- σκηνοθεσία: Πιέρρος Ανδρακάκος
- ηθοποιοί: Θοδωρής Αθερίδης, Πάνος Βλάχος, Ευαγγελία Συριοπούλου
Ενας σεισμός φέρνει στην επιφάνεια του Αιγαίου μια βραχονησίδα στα διεθνή χωρικά ύδατα. Μια διμοιρία Ελλήνων φαντάρων κι άλλη μια Τούρκων εγκαθίστανται στο νησί, η καθεμιά στο μισό, και διεκδικούν το έδαφος, αλλά και μια ευκαιρία στην καλοπέραση. Κακογραμμένη κωμωδία με θεματική τόσο προβλέψιμη όσο οι πατριωτικού ύφους ειδήσεις, βουτά σε ένα-ένα όλα τα κλισέ του στρατού, της ελληνοτουρκικής έχθρας/φιλίας, της αντρίλας, με τρόπο που είναι, μεν, βαρετός, αλλά όχι προσβλητικός.
Μέχρι τα απανωτά διαμάντια του τελευταίου μέρους, τις ατάκες του διοικητή Αθερίδη προς την αλά Λάρα Κροφτ σεισμολόγο επιπέδου «πολύ μιλάς για γυναίκα», χωρίς χαμόγελο ή απάντηση και την έκρηξη του ιδίου που απαριθμεί όλα τα «δικά μας», από την Αγια-Σοφιά ώς τη Μακεδονία, πάλι χωρίς χιούμορ ή σάτιρα, επίτηδες ή κατά λάθος. Μοναδική καλή στιγμή, ένας μονόλογος του Πάνου Βλάχου προς τ’ αστέρια, βγαλμένος από… άλλη ταινία.
