Ανακάλυψη του Αστορ Πιατσόλα, η 78χρονη Αργεντίνα τραγουδίστρια παρουσιάζει μαζί με έναν πολυμελή θίασο την όπερα «Μαρία του Μπουένος Αϊρες», μιλά για τη δύναμη του τάνγκο και θυμάται πώς ένιωσε όταν -νεαρή ακόμα- ο συνθέτης τη διάλεξε για μούσα του.
Πενήντα χρόνια μετά. Τίποτα δεν είναι ίδιο: ούτε ο κόσμος ούτε το Μπουένος Αϊρες ούτε εκείνη. Ο συνθέτης δεν ζει πια, οι φωνές ωρίμασαν, τα πρόσωπα βρήκαν τον δρόμο τους. Ομως, το τάνγκο ακόμα μιλά για τα ίδια πράγματα, εκφράζει τα ίδια συναισθήματα. Γι’ αυτό σκοπεύει να μας πείσει η Αμελίτα Μπαλτάρ, πρωταγωνίστρια της τάνγκο όπερας «Μαρία του Μπουένος Αϊρες» που συνέθεσε ο Αστορ Πιατσόλα (σε λιμπρέτο του Οράσιο Φερέρ) κι η οποία 50 χρόνια μετά την πρεμιέρα της στο Μπουένος Αϊρες ανεβαίνει αύριο στο Ηρώδειο.
Η μουσική του έργου στηρίζεται κυρίως στο nuevo tango, είδος που ανέδειξε κυρίως ο συνθέτης, ενώ η υπόθεση είναι γεμάτη ιστορίες που ξετυλίγονται στα άδυτα του υπόκοσμου της Αργεντινής. Την ενορχήστρωση επιμελήθηκε ο μαέστρος Patricio Villarejo, αλλά με μια παραλλαγή: στην εξέλιξη της υπόθεσης βάζουν τη δική τους πινελιά 24 χορευτές.
«Εγώ είμαι η Μαρία, η πρωταγωνίστρια, ερμηνεύω τα λόγια του μεγάλου ποιητή. Τα τραγούδια γράφηκαν στα μέτρα της φωνής μου. Ομως, δεν ξεχωρίζω τον ρόλο μου από το υπόλοιπο έργο. Πιστεύω πως όλες οι στιγμές είναι σημαντικές και κάθε ένας από το κοινό θα βρει μία να ταυτιστεί», μας λέει η Αμελίτα Μπαλτάρ, που ερμηνεύει το κορίτσι αυτό που γεννήθηκε σ’ ένα φτωχικό προάστιο, αλλά κατέφυγε στο κέντρο της πόλης, για να βρει έναν χαμένο έρωτα.
• Εχετε κοινά στοιχεία με τη Μαρία;
Ναι, διότι είναι μία γυναίκα όπως κι εγώ: έχει ζήσει έρωτες, πόνους, είναι ρομαντική. Συγχρόνως, όμως, είμαστε δύο γυναίκες διαφορετικές. Αυτό που κυρίως μας ενώνει -χωρίς αμφιβολία- δεν είναι ο χαρακτήρας αλλά το τάνγκο, αφού η ιστορία αφορά μια νέα κοπέλα που αισθάνεται γοητευμένη από το τάνγκο και το μπαντονεόν κι εγκαταλείπει τη γειτονιά της, για να έρθει να ζήσει στο κέντρο της πόλης.
• Τι είναι αυτό που κρατά μια παράδοση δεκαετιών, όπως το τάνγκο, ζωντανή;
Το τάνγκο είναι η μουσική του Μπουένος Αϊρες, εδώ γεννήθηκε. Υπήρξε η έμπνευση για δεκάδες σπουδαίους καλλιτέχνες. Είναι ο μουσικός πολιτισμός μας, που περνά από γενιά σε γενιά, εξελίσσεται, χορεύεται, τραγουδιέται. Το τάνγκο είναι διαχρονικό, γιατί συγκινεί και αγγίζει όλον τον κόσμο. Γι’ αυτό και δεν θα πεθάνει ποτέ.
• Είναι ενεργή αυτή η σκηνή στην Αργεντινή; Ασχολούνται νέα παιδιά με το τάνγκο;
Ναι, φυσικά και είναι ενεργή, αφού έχει περάσει στους νέους χορευτές. Δεν θεωρείται πια η μουσική των μεγάλων. Είναι ο χορός του πάθους, του έρωτα, της επικοινωνίας για όλες τις γενιές. Είναι μαγικό να βλέπεις εκατοντάδες ζευγάρια αγκαλιασμένα να χορεύουν… Ναι, το τάνγκο το αγκαλιάζουν οι νέοι και το αγαπούν, το ανανεώνουν και το εξελίσσουν, γιατί το συναίσθημα δεν θα σταματήσει ποτέ να εμπνέει.
• Η όπερα «María de Buenos Aires» έκανε πρεμιέρα στις 4 Μαΐου του 1968, στο Μπουένος Αϊρες. Σήμερα, 50 χρόνια μετά, πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα στην πόλη;
Θα σας απαντήσω με ερώτηση: πόσο άλλαξαν τα πράγματα μέσα σε 50 χρόνια στην Αθήνα; Το Μπουένος Αϊρες είναι μια μεγάλη πόλη, πολύ σημαντική στη Νότια Αμερική. Εξελίχθηκε με τους ρυθμούς που αναπτύχθηκε η κάθε πόλη, κρατώντας τον σεβασμό στην ιστορία και στον πολιτισμό της. Η ζωή εδώ είναι υπέροχη και συγχρόνως δύσκολη. Τα οικονομικά προβλήματα, που κι εσείς τα γνωρίζετε πολύ καλά, μας επηρεάζουν. Οπως επίσης κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει το κακό που μας έκανε το στρατιωτικό πραξικόπημα. Αλλά οι χειρότερες εποχές έχουν περάσει. Και να σας πω και κάτι; Ακόμα και τότε, ποτέ δεν χάθηκε η ανθρωπιά.
• Πώς ήταν τα παιδικά σας χρόνια, μεγαλώνοντας στη γειτονιά Barrio Norte;
Ομορφα, χαρούμενα, μεγάλωσα όπως τα περισσότερα παιδιά δίπλα στους γονείς μου. Ευτυχισμένη, είχα όνειρα, ταλέντα και μια ωραία φωνή. Ηθελα να γίνω καλλιτέχνης, σπούδασα κιθάρα και φωνητική… και τα κατάφερα!
• Τι είναι αυτό που θυμάστε από την πρώτη σας συνάντηση με τον Αστορ Πιατσόλα;
Μια βραδιά του Φλεβάρη του 1967, ο Πιατσόλα (είχε μόλις ξεκινήσει τη συνεργασία του με τον ποιητή Οράσιο Φερέρ) ήρθε στο μαγαζί όπου έδινα την παράστασή μου. Εκεί, επίσης, εμφανιζόταν και ο πιανίστας Oσβάλντο Ταραντίνο (εκείνον είχε έρθει να ακούσει ο Πιατσόλα τη συγκεκριμένη βραδιά). Με άκουσε να τραγουδάω φολκλόρ, παίζοντας την κιθάρα μου.
Εκείνη την εποχή, τραγουδούσα ποιητές όπως τους Atahualpa Yupanqui, Jaime Dávalos και Cuchi Leguizamón. Οταν κατέβηκα από τη σκηνή, μας σύστησαν. Ο Πιατσόλα δεν ήταν ακόμα πολύ διάσημος, ωστόσο το όνομά του ήταν γνωστό στους κύκλους των μουσικών. Ξέραμε ότι έκανε ποιοτική μουσική, αλλά δεν είχε πολλή πέραση στα ραδιόφωνα ούτε και στο ευρύ κοινό. Προφανώς, του άρεσε ο τρόπος που τραγουδούσα, διότι λίγες μέρες μετά με κάλεσε για να μου προτείνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο υπέροχο έργο του: «Η Μαρία του Μπουένος Αϊρες». Το να γνωρίσω τον Πιατσόλα και έπειτα από λίγες μέρες να μου προτείνει να γίνω η «María» μοιάζει -ακόμα και σήμερα- ιστορία βγαλμένη από παραμύθι.
• Ποιο ήταν -για σας- το μεγαλύτερό του χάρισμα;
Ηταν ένας ευγενικός άνθρωπος και με βαθιά αίσθηση του χιούμορ. Αγαπούσε το ψάρεμα και τη σύνθεση. Ηταν σκληρός στη δουλειά του. Ηταν τολμηρός κι ήξερε να ξεχωρίζει την ποιότητα, φάνηκε άλλωστε από το έργο που χάρισε στον κόσμο. Ηταν αυτός που με πολύ σεβασμό και απέραντη φαντασία μπόρεσε να αλλάξει το τάνγκο και να εμπνεύσει χιλιάδες μουσικούς.
• Για ένα νέο κορίτσι, η γνωριμία με έναν τόσο σπουδαίο καλλιτέχνη τι κινδύνους ενέχει;
Το να ταξιδεύεις στον κόσμο και να είσαι η σκιά της ιδιοφυΐας του Αστορ Πιατσόλα μού κόστισε λίγο, αλλά ταυτόχρονα με διασκέδαζε. Ενεργούσα ως παρατηρήτρια, καθώς εκείνος ήταν μία προσωπικότητα με πολύ χιούμορ, πέραν του δυνατού του χαρακτήρα. Αυτό σε ό,τι αφορά τη μουσική. Διότι, κατά τα άλλα, ήταν 7 χρόνια -από το 1968 μέχρι το 1975- με τα «πάνω» και τα «κάτω» τους.
• Εχετε σκεφτεί πώς θα ήταν η ζωή σας, αν δεν τον είχατε συναντήσει;
Πενήντα χρόνια μετά, δεν μπορώ καν να φανταστώ πώς θα ήταν η ζωή μου αν δεν είχε υπάρξει αυτή η συνάντηση. Πιθανότατα θα συνέχιζα να τραγουδάω, δεδομένου ότι ήδη το έκανα με επιτυχία. Σήμερα, όταν ερμηνεύω όλα αυτά τραγούδια που μου έγραψε, τα αισθάνομαι ως μέρος της ζωής μου. Θα μπορούσα να σας πω ότι σχεδόν μου φαίνονται δικά μου.
• Ποια συμβουλή του δεν θα ξεχάσετε ποτέ;
Να συνεχίσω να τραγουδάω ποιοτική μουσική, γιατί αυτό οφείλω στο κοινό που θα έρχεται να με ακούσει.
Ιnfo: Ηρώδειο, Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου, στις 21.00. Τιμές εισιτηρίων: 20 – 25 ευρώ (Ανω Διάζωμα) – 110 ευρώ (Διακεκριμένη Ζώνη).
