Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε πλήθος αντιφάσεων έπεσε και ο δεύτερος κατηγορούμενος για το λιντσάρισμα του Ζακ Κωστόπουλου κατά την απολογία του.

Ο 55χρονος μεσίτης αρνήθηκε την κατηγορία που του αποδίδεται, υποστήριξε το σενάριο της απόπειρας ληστείας, μίλησε για «αμόκ» του Ζακ λόγω επήρειας ουσιών και ισχυρίστηκε πως το θύμα κρατούσε μαχαίρι μέσα στο κοσμηματοπωλείο και κατά την έξοδό του από αυτό.

Οι παραπάνω ισχυρισμοί μοιάζουν εντελώς αδύναμοι καθώς σε όλα τα δημοσιευμένα βίντεο αλλά και στις μαρτυρίες δεν υπάρχει καμία εικόνα του Ζακ με μαχαίρι, ούτε τα αποτυπώματά του βρέθηκαν πάνω σε αυτό.

Ο κατηγορούμενος στην κατάθεσή του αναφέρει πως όταν έφτασε έξω από το κοσμηματοπωλείο, ο Κωστόπουλος είχε ήδη «διαλύσει το μισό μαγαζί», ισχυρισμός που επίσης δεν επιβεβαιώνεται από το οπτικό υλικό.

Ως «δημόσιο κίνδυνο» περιέγραψε το θύμα ο μεσίτης προσθέτοντας:

«Βλέποντας τον άνθρωπο σε αμόκ να βγαίνει με το μαχαίρι, σκέφτηκα ότι έτσι και βγει έξω πριν έρθει η αστυνομία, στην προσπάθειά του να διαφύγει μπορεί να γίνει κάποιο κακό σε όλους μας. Χτύπησα ένα κομμάτι της βιτρίνας για να πέσει κάτω το τζάμι και να μην κόψει τον λαιμό του δράστη την ώρα που έβγαινε, τη χτύπησα για να τον προστατέψω. Εκείνη τη στιγμή ο δράστης είχε απόσταση από το τζάμι και το χτύπησα για να σπάσει και να πέσει.[..] Καθ’ όλη τη διάρκεια κρατούσε το μαχαίρι, εξήλθε με το μαχαίρι και μάλιστα εγώ τον έπιασα από τον καρπό όπου το κρατούσε, του έφυγε το μαχαίρι, το πήρα και το πέταξα εντός του καταστήματος».

Θυμίζουμε ότι μετά το λιντσάρισμα κι ενώ η αστυνομία προσπαθούσε να τον εντοπίσει, ο 55χρονος έσπευδε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (22/9/2018) να γράψει: «Τον Ζακ δεν τον σκότωσε κανένας. Aυτοκτόνησε την ώρα που τον συνέλαβαν οι αστυνομικοί με το γυαλί που κρατούσε στα χέρια του. Το έχωσε στον λαιμό του την ώρα που πάλευε ο αστυνομικός να τον σταματήσει. Αλλά στην Ελλάδα η κλοπή είναι θεσμός».

Στην κατάθεσή του ο κατηγορούμενος επαναλαμβάνει και πάλι τη θεωρία περί απόπειρας αυτοκτονίας, αλλά λέει ότι δεν είδε τι έγινε γιατί έφυγε για να πλύνει τα χέρια του από το αίμα.

Στη συνέχεια παραδέχεται την άσκηση βίας, αλλά λέει πως «δεν άσκησα βια τέτοια που να μην μπορέσει να βγει απ’ τη βιτρίνα, όπως επίσης από τη στιγμή που πήρα το μαχαίρι από τα χέρια και σταμάτησε να αποτελεί δημόσιο κίνδυνο εγώ σταμάτησα. Πραγματικά λυπάμαι πολύ για το περιστατικό (!). Αν ήξερα ότι θα εξελιχθεί έτσι δεν θα είχα κάνει τίποτα».

Η κατάληξη γνωστή, τα ερωτήματα παραμένουν και δεκάδες είναι ακόμα οι μαρτυρίες που δεν έχουν καταγραφεί.