337 συνεδριάσεις δικαστηρίου χωρίς λόγο; Κι όμως, δικαστήριο στο Κόμπλεντς της Γερμανίας ξεκίνησε την περασμένη εβδομάδα από την αρχή τη δίκη της νεοναζιστικής οργάνωσης Aktionsbüro Mittelrhein, η οποία είχε ανασταλεί επ’ αόριστον τον Μάιο του 2017.
Η οργάνωση είχε δομή βασισμένη στα πρότυπα του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος του Χίτλερ και βαρύνεται με κατηγορίες για επιθέσεις σε αριστερούς, μετανάστες, ακτιβιστές, κοινότητες μειονοτήτων, για πρόκληση υλικών ζημιών σε δημόσια κτίρια τα οποία αμαύρωναν με σβάστικες και για εμπρησμούς.
Ο λόγος που η υπόθεση είχε διακοπεί ήταν η συνταξιοδότηση του προέδρου της έδρας Χανς Γκέοργκ Γκέτγκεν, αφού ο γερμανικός νόμος δεν προβλέπει την αντικατάσταση δικαστή σε ακροαματική διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Στο σκεπτικό της απόφασης που εξέδωσε το αρμόδιο δικαστικό συμβούλιο, τονιζόταν η υπερβολικά μεγάλη διάρκεια της δίκης λόγω σκόπιμων καθυστερήσεων από την πλευρά της υπεράσπισης και εξηγούνταν ο μη διορισμός αναπληρωτή δικαστή εξ αρχής με το επιχείρημα ότι δεν μπορούσε κανείς να προβλέψει ότι δεν θα είχε ολοκληρωθεί το 2017 μια διαδικασία που ξεκίνησε τον Αύγουστο του 2012.
Ομως εισαγγελείς υπέβαλαν με επιτυχία έφεση κατά της απόφασης και κατάφεραν να επανεκκινήσουν μία από τις μεγαλύτερες δίκες εναντίον νεοναζί στη χώρα με 26 κατηγορούμενους, 52 δικηγόρους υπεράσπισης, περισσότερους από 120 μάρτυρες και ένα κατηγορητήριο που φτάνει τις 926 σελίδες.
Ετσι 90 δικάσιμοι ορίστηκαν μέχρι το 2019 και οι κατηγορούμενοι -που συνελήφθησαν σε μια συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση τον Μάρτιο του 2012- κάθισαν εκ νέου στο εδώλιο κατηγορούμενοι για σύσταση και συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση.
Μεταξύ άλλων «δράσεων», η Aktionsbüro Mittelrhein συντόνιζε τις ετήσιες συγκεντρώσεις νεοναζί στο Ντόρτμουντ και έδειχνε την προσήλωσή της στον εθνικοσοσιαλισμό αποκαλώντας την έδρα της στο Αρβάιλερ «Καφέ Σπίτι», δηλαδή όπως αποκαλούσε το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα της Γερμανίας την έδρα του στο Μόναχο.
Στα ρεπορτάζ τους για τη συμπεριφορά των κατηγορουμένων, τα πέντε χρόνια που κράτησε η δίκη, γερμανικά μέσα ενημέρωσης περιγράφουν ότι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να καθυστερήσουν τη διαδικασία: ασυνήθιστος αριθμός ασθενειών, εικοσάλεπτα διαλείμματα για τουαλέτα, τηλεφωνήματα-φάρσες για τοποθέτηση βόμβας εντός της αίθουσας, επεισοδιακές διαμαρτυρίες υποστηρικτών τους.
Παράλληλα, έφτυναν στο έδρανο που καθόταν εισαγγελικός λειτουργός κατά τη διάρκεια του διαλείμματος και σχεδίαζαν σβάστικες στις τουαλέτες, την ώρα που οι συνήγοροι υπεράσπισής τους προσκόμιζαν συνεχώς νέα έγγραφα και αιτήσεις για αποδεικτικά στοιχεία, διάβαζαν μυθιστορήματα στα έδρανα ή έπαιζαν παιχνίδια στους υπολογιστές τους.
Οπως περιέγραφε δικηγόρος στο γερμανικό περιοδικό Der Spiegel, «κάποιες φορές ένιωθα ότι βρισκόμουν σε ένα σπίτι με τρελούς». Από την άλλη πλευρά, οι δικηγόροι υπεράσπισης -πολλοί απ’ τους οποίους είναι ταυτισμένοι με την ακροδεξιά πολιτική σκηνή στη Γερμανία- χαρακτήριζαν αβάσιμες τις κατηγορίες περί σκόπιμων καθυστερήσεων και ισχυρίζονταν ότι έκαναν το καθήκον τους «εξαντλώντας όλες τις δυνατότητες που τους δίνει ο νόμος».
Σε κάθε περίπτωση η γερμανική δικαιοσύνη έρχεται ξανά αντιμέτωπη με τη «δίκη-σκάνδαλο», λίγους μήνες αφότου ολοκληρώθηκε «η δίκη του αιώνα» και η Μπεάτε Τσέπε καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, ως ο ιθύνων νους μιας σειράς δολοφονιών του ακροδεξιού δικτύου NSU.
Και όλα αυτά σε μια περίοδο που στην εσωτερική πολιτική σκηνή το ακροδεξιό AfD έχει καταφέρει να αναδειχθεί σε αξιωματική αντιπολίτευση μέσα σε μόλις έξι χρόνια από την ίδρυσή του.
