Η απόφαση της Skoda να αλλάξει από το 1964 τη φιλοσοφία κατασκευής των αυτοκινήτων της τοποθετώντας τον κινητήρα πίσω ήρθε σε μια περίοδο που άλλοι κατασκευαστές υιοθετούσαν την αντίθετη τακτική, με τον κινητήρα και την κίνηση εμπρός. Μολονότι το νέο μοντέλο που είχε λανσάρει τότε, το 1000ΜΒ, διέθετε καλοσχεδιασμένο αμάξωμα και άνετους εσωτερικούς χώρους, δεν κατάφερε να έχει την προσδοκώμενη εμπορική επιτυχία στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης.
Ο διάδοχος, το Skoda 100, μαζί με το λίγο ισχυρότερο και πληρέστερο 110, παρουσιάστηκε το 1969. Η παραγωγή του ξεκίνησε τον Αύγουστο του 1969 και τελικώς έφτασε έως τον Ιανουάριο του 1977, ενώ οι σπορ εκδόσεις, των οποίων η παραγωγή σταμάτησε το 1982, κατασκευάστηκαν σε λίγα αντίτυπα και σύντομα έγιναν συλλεκτικές. Συνολικά παρήχθησαν 1.079.708 αντίτυπα όλων των εκδόσεων της σειράς αυτής, με αποτέλεσμα να γίνει το πρώτο αυτοκίνητο στην ιστορία της μάρκας που ξεπέρασε το 1 εκατομμύριο μονάδες. Αντικαταστάθηκε τον Αύγουστο του 1976 από τα 105 / 120.
Οι κινητήρες της σειράς είχαν μεταφερθεί αυτούσιοι από τους προκατόχους 1000 MB και 1100 MB. Ηταν τετρακύλινδροι, τετράχρονοι, βενζίνης και είχαν χωρητικότητες στα 988 και 1.107 κυβικά εκατοστά. Οπως και στους προκατόχους, η τοποθέτηση του κινητήρα ήταν στο πίσω μέρος του αμαξώματος και η μετάδοση της κίνησης στους πίσω τροχούς.
Η μέγιστη ισχύς των κινητήρων ήταν 48 και 53 ίπποι αντίστοιχα (1 και 1.1 λίτρα), με την τελική ταχύτητα να φτάνει τα 125 και 135 χιλιόμετρα την ώρα, στα 1 και 1.1 λίτρα αντίστοιχα. Στις σπορ εκδόσεις 110 LS και στη δίπορτη 110 R, η ισχύς έφτανε τους 62 ίππους και η τελική ταχύτητα τα 145 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ στις αγωνιστικές 120 S και στην 130 RS η ισχύς έφτανε τους 64 και τους 140 ίππους αντίστοιχα!
Στην παρουσίαση του αυτοκινήτου από τα περιοδικά της εποχής, γινόταν αναφορά στην προσπάθεια της Skoda να πλησιάσει την τρέχουσα αντίληψη των μεγάλων ευρωπαϊκών εταιρειών, τόσο στην εμφάνιση, εξωτερική και εσωτερική, όσο και στην απόδοση των κινητήρων και την κατανάλωση καυσίμων.
Βέβαια, όλες οι τροποποιήσεις, αν και ουσιαστικές, δεν θα μπορούσαν να εξαλείψουν κάποια μειονεκτήματα που οφείλονταν στην αμετάβλητη, παλιά, βασική κατασκευή του. Οπως ήταν για παράδειγμα η μειωμένη πρόσφυση σε σχέση με άλλα δυτικοευρωπαϊκά αυτοκίνητα της κατηγορίας του ή το επίπεδο θορύβου του μοτέρ μέσα στον χώρο των επιβατών.
Σε αντιστάθμισμα βέβαια, υπήρχε εξοπλισμός που δύσκολα θα συναντούσε κανείς σε άλλα αυτοκίνητα αυτής της κατηγορίας και αυτής της τιμής απόκτησης, όπως τα πλήρως ανακλινόμενα καθίσματα, τα φώτα οπισθοπορίας, η φωτεινή λυχνία για τη στάθμη των υγρών των φρένων, ο ρυθμιζόμενος φωτισμός στο καντράν, η μοκέτα στο πάτωμα, κ.ά.
