Η τελευταία δημοπρασία στο πλαίσιο των ΝΟΜΕ και πληροφορίες για «τσιμπημένες» τιμές στα δικαιώματα εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, επιστρατεύονται από διάφορες πλευρές για να δημιουργηθεί κλίμα υπέρ της αύξησης των τιμολογίων ρεύματος που αποτελεί αίτημα των εναλλακτικών παρόχων και στο οποίο ώς τώρα δεν έχει πάρει θέση η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ).
Οι «δημοπρασίες ΝΟΜΕ» θεσμοθετήθηκαν το 2015 και είναι το αντίμετρο για τη «μικρή ΔΕΗ» που είχε επιλέξει η κυβέρνηση Ν.Δ.-ΠΑΣΟΚ ένα χρόνο πριν. Μέσα από αυτό το γαλλικής προέλευσης μέτρο η ΔΕΗ είναι υποχρεωμένη να πουλά σε χαμηλότερες τιμές ενέργεια προς τους υπόλοιπους παρόχους στο πλαίσιο των κοινοτικών Οδηγιών για απελευθέρωση της αγοράς και γι’ αυτό από το 2015 έχει επιβαρυνθεί με 315 εκατ. ευρώ.
Τα δημοσιεύματα πολλαπλασιάστηκαν μετά την τελευταία για το 2018 δημοπρασία, που έγινε την Τετάρτη και υπήρξε άνοδος της τιμής στα 54,74 ευρώ ανά μεγαβατώρα, όταν στους προηγούμενους διαγωνισμούς είχαν διαμορφωθεί από 41,5 έως 48,8 ευρώ.
Τα αποτελέσματα εμφανίστηκαν από ζημιογόνα έως περίπου καταστροφικά για τους εναλλακτικούς παρόχους, αλλά η ΔΕΗ από την πλευρά της διευκρινίζει ότι η τιμή που τελικά προέκυψε είναι σχεδόν 20 ευρώ ανά μεγαβατώρα φτηνότερη από την οριακή χονδρική τιμή του συστήματος.
Αυτό το στοιχείο και μόνο δείχνει ότι οι εναλλακτικοί πάροχοι έχουν τη δυνατότητα να διαθέτουν στην κατανάλωση ηλεκτρική ενέργεια τουλάχιστον 20% φτηνότερα από τη ΔΕΗ, ενώ έχουν και άλλα περιθώρια για ελκυστικότερα τιμολόγια δεδομένου ότι δραστηριοποιούνται μόνον στα κερδοφόρα τμήματα της αγοράς και δεν έχουν προγράμματα για ευάλωτους καταναλωτές, αγρότες και μεγάλες βιομηχανίες, όπως είναι υποχρεωμένη από τον ρόλο της να εφαρμόζει η ΔΕΗ.
Από την πλευρά της η ΔΕΗ ρίχνει τα βέλη της προς τη ΡΑΕ και καλεί την ανεξάρτητη αρχή να διατυπώσει υπεύθυνα, δημόσια και χωρίς περιστροφές τη θέση της στο θέμα της αύξησης των τιμολογίων.
Επισημαίνει ότι από τη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης στην ουσία επιχειρεί να δημιουργήσει το κατάλληλο κλίμα, όταν αρμόδιο στέλεχος της ΡΑΕ είχε κάνει τότε για πολύ μικρό περιθώριο κέρδους των εναλλακτικών παρόχων, το οποίο είχε προσδιορίσει στα 1,5 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
