ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Βένα Γεωργακοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Διάβαζα το μυθιστόρημα «Φόβος» του Ντιρκ Κουρμπγιουβάιτ ακριβώς τις μέρες που ο Ζακ Κωστόπουλος δεχόταν άγριο λιντσάρισμα, που πολίτες έπαιρναν τον νόμο στα χέρια τους – ή καλύτερα στα πόδια τους.

Η φρίκη στο κέντρο της Αθήνας έγινε αμέσως ένα με την ιστορία που διηγείται ο Κουρμπγιουβάιτ, επιφανής δημοσιογράφος, διευθυντής σύνταξης στο περιοδικό «Der Spiegel», σε ένα μυθιστόρημα που στη Γερμανία συζητήθηκε πολύ, άναψε τα αίματα, έγινε μπεστ σέλερ και σχεδόν αμέσως τηλεοπτική ταινία. Ηταν φυσικό να το ανακαλύψει και η υπόλοιπη Ευρώπη, να μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, να ᾽ρθει και σε μας χάρη στις εκδόσεις «Ποταμός».

Μια καθωσπρέπει γερμανική οικογένεια δέχεται άγριο μπούλινγκ, παρακολούθηση, δίωξη, «stalking» είναι ο διεθνής όρος, από γείτονά της. Φτάνει στα όρια παράκρουσης από τον τρόμο, αλλά η αστυνομία σηκώνει τα χέρια ψηλά, δεν μπορεί τίποτα να κάνει για να την προστατεύσει. Τη «λύση» δίνει η αυτοδικία. Ο παππούς της οικογένειας σκοτώνει τον επικίνδυνο γείτονα και πάει, φυσικά, φυλακή.

Δεν κάνω spoiler, ο φόνος δηλώνεται από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, που δεν χάνει, όμως, με τίποτα το σασπένς του, το αντίθετο. Εξελίσσεται πάντως σε ένα βαθύ, σύνθετο ανάγνωσμα, που μας βάζει στα δύσκολα. Είναι δυνατόν και ο πιο πολιτισμένος άνθρωπος να είναι έτοιμος να παρεκτραπεί, να επιλέξει την αυτοδικία στη σημερινή Ευρώπη;

Ο Ντιρκ Κουρμπγιουβάιτ, μέσα στην τρελή δημοσιογραφική δουλειά και τα ταξίδια του, βρήκε λίγη ώρα να απαντήσει στις ερωτήσεις μας.

Συνέντευξη

• Τι σας έκανε να γράψετε τον «Φόβο»; Κάποια πραγματική ιστορία ή απλώς η αίσθηση ότι γύρω σας στη Γερμανία οι πολίτες έχουν αρχίσει να αμφισβητούν τη δύναμη του νόμου να τους προστατέψει και είναι όλο και πιο διατεθειμένοι να τον πάρουν στα χέρια τους;

Tην ιδέα για το βιβλίο μού την έδωσε μια δική μου εμπειρία. Πριν από δεκαπέντε χρόνια η οικογένειά μου κι εγώ περάσαμε ένα μαρτύριο που μοιάζει πολύ με αυτό που ζει ο ήρωας του βιβλίου μου, ο Ράντολφ Τίφενταλερ. Ο κάτοικος του υπογείου στο σπίτι μας άρχισε να μας παρακολουθεί και να μας παρενοχλεί, μια ιστορία που κράτησε δυο μήνες και μας κατατρομοκράτησε. Αλλά η αστυνομία δεν έλεγε να μας βοηθήσει, γιατί στη νομοθεσία που διέπει τις παρακολουθήσεις υπάρχουν κενά.

• Ο πρωταγωνιστής σας είναι μορφωμένος, πετυχημένος, φιλελεύθερος, συνεχώς καταδικάζει τη βία και εκθειάζει τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη. Και όμως καταλήγει να καλοδέχεται έναν φόνο. Πώς θα τον λέγατε: υποκριτή που κρύβει μέσα του βαρβαρότητα ή απλώς τρομοκρατημένο άνθρωπο;

Πρώτα απ’ όλα ο Ράντολφ είναι αβοήθητος, απροστάτευτος. Είχε εμπιστευτεί απόλυτα τη συμφωνία που όλοι μας έχουμε υπογράψει με τα κράτη μας: εμείς αποφεύγουμε τη βία, αλλά, αν δεχτούμε επίθεση, το κράτος θα μας βοηθήσει. Ομως τον Ράντολφ δεν τον βοήθησε το γερμανικό κράτος. Κάποιος, λοιπόν, έπρεπε να προστατεύσει την οικογένειά του και δεν υπήρχε άλλος από αυτόν.

Μπορεί σε καιρούς ειρήνης να σε πείθουν οι ειρηνικές λύσεις, αλλά τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά όταν ζεις κάτω από μια συνεχή απειλή. Δεν θα τολμούσα, λοιπόν, να κρίνω τόσο σκληρά τον Ράντολφ. Τον καταλαβαίνω, όσο κι αν βρίσκω εντελώς λάθος τη λύση που διάλεξε.

• Καθοδηγείτε τους αναγνώστες να σκεφτούν ότι ίσως να φταίει και μια γερμανική παθογένεια. Η κοινωνία σας, λέτε, έχει διαμορφωθεί κάτω από τις πιέσεις και τους φόβους του Ψυχρού Πολέμου, ακόμα και της διαίρεσης του Βερολίνου. Είναι τελικά η ιστορία που περιγράφετε στον «Φόβο» μια κυρίως γερμανική υπόθεση;

Θα ᾽λεγα ότι ο φόβος και η ανησυχία είναι πολύ γερμανικές ψυχικές καταστάσεις. Στη διάρκεια της ιστορίας μας αναπτύξαμε ένα πνεύμα άγχους και ανησυχίας, ξεκινώντας από τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Συνεπεία αυτού, κατατρομοκρατήσαμε με τη σειρά μας άλλους λαούς, τους Εβραίους και τους Ευρωπαίους γείτονές μας.

Αλλά, ευτυχώς, ηττηθήκαμε στον πόλεμο και αποκτήσαμε και πάλι μια πιο ήπια διάθεση. Από την άλλη μεριά, η ιστορία μου είναι νομίζω καθολική. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην ξέρει τι σημαίνει φόβος, που να μην τρέμει στην ιδέα ότι θα βρεθεί μόνος και απροστάτευτος. Οσο περισσότερο η ανθρώπινη ράτσα εκπολιτίζεται, όσο περισσότερο απομακρύνεται η βία, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο φόβος που προκαλεί. Γιατί χάσαμε την ικανότητά μας να αντιμετωπίζουμε τη βία, κάτι που, βέβαια, είναι καλό, αλλά μας αναγκάζει να βασιζόμαστε απόλυτα στο κράτος.

• Πιστεύετε ότι υπάρχει σοβαρό πρόβλημα ασφάλειας στην Ευρώπη; Οτι ίσως ο αριστερές δυνάμεις το υποτιμούν και στρέφουν άθελά τους τούς πολίτες προς τους λαϊκιστές δημαγωγούς της Ακρας Δεξιάς;

Το αίσθημα ασφάλειας και σιγουριάς είναι πολύ σημαντικό στη ζωή μας. Πιστεύω, όμως, ότι λόγω μιας εποχής νεοφιλελευθερισμού και τεράστιων ελλειμμάτων προϋπολογισμών, πολλά ευρωπαϊκά κράτη παραμέλησαν την επιθυμία των πολιτών τους για ασφάλεια. Περιέκοψαν τη χρηματοδότηση της αστυνομίας και της Δικαιοσύνης. Ηταν λάθος.

Και έπειτα ήρθε η άφιξη τόσων πολλών προσφύγων και ενισχύθηκε το αίσθημα του φόβου, αν και οι περισσότεροι από αυτούς τους ανθρώπους είναι φιλήσυχοι. Αλλά περισσότερο φοβόμαστε εκείνο που δεν γνωρίζουμε. Το να βρεθεί, λοιπόν, ο μέσος δρόμος ανάμεσα σε ένα αστυνομικό κράτος, που καταστέλλει τις ελευθερίες μας για χάρη της ασφάλειας, και σε ένα ανίσχυρο κράτος, στο οποίο το έγκλημα ευδοκιμεί, είναι ένα λεπτό και ευαίσθητο καθήκον κάθε ευρωπαϊκής χώρας. Εάν αποτύχουμε, θα δώσουμε χώρο στους λαϊκιστές, που υπόσχονται ασφάλεια αλλά αδιαφορούν για την ελευθερία.

• Είχε όλες τις προϋποθέσεις να γίνει ένα τέλειο θρίλερ. Διαλέξατε να το ανοίξετε, να μιλήσετε για οικογένειες, σχέσεις, γάμους, την κοινωνία γενικά. Γιατί;

Ως συγγραφέας δεν ενδιαφέρομαι τόσο πολύ για τα θρίλερ και το σασπένς. Η ψυχολογία και η πολιτική με τραβάνε πολύ περισσότερο. Και, άλλωστε, μπορεί κι αυτές να έχουν το δικό τους σασπένς. Ο διώκτης του βιβλίου με μια πρώτη ματιά φαίνεται σαν να καταστρέφει μια ευτυχισμένη οικογένεια. Αλλά όταν καταφτάνει, η οικογένεια βρίσκεται ήδη σε μια πορεία καταστροφής. Ξέρετε ποιο είναι για μένα το πραγματικό σασπένς; Πώς θα διαχειριστεί ο Ράντολφ το γεγονός ότι είναι την ίδια στιγμή θύμα και θύτης.

• Πώς αντέδρασε στο βιβλίο το γερμανικό κοινό; Ξέρω ότι έγινε μπεστ σέλερ. Αλλά τι είδους συζήτηση θέλατε να προκαλέσετε; Το πετύχατε;

Πριν εκδοθεί το βιβλίο φοβόμουν λίγο μήπως διαβαστεί ως εγχειρίδιο αυτοδικίας. Από την άλλη πλευρά, δεν ήθελα να γράψω στο βιβλίο «μη σκοτώνετε όταν απειλούν να σας σκοτώσουν». Εγραψα μυθιστόρημα, όχι οδηγό καλής συμπεριφοράς. Ο αναγνώστης πρέπει να βρει μόνος του τι θα έκανε σε μια ανάλογη περίπτωση.

Η υποδοχή όμως του βιβλίου αποδείχτηκε πολύ σωστή. Οι περισσότεροι κριτικοί κατάλαβαν ότι δεν είναι υπέρ της αυτοδικίας, αλλά ότι διηγείται απλώς την ιστορία μιας αυτοδικίας σε συνθήκες ανημπόριας. Εγινε, επίσης, κατανοητό ότι το βιβλίο λέει και μια ιστορία για τo πόσο εύθραυστος είναι ο πολιτισμός μας. Για τη βαρβαρότητα που μας περιμένει στη γωνία. Και ότι είναι καλό να είμαστε σε ετοιμότητα.

• Πιστεύετε ότι η Ευρώπη έχει αρχίσει να χάνει τον βηματισμό της, τις αξίες της; Οι πολιτικές εξελίξεις στην Πολωνία, την Ουγγαρία και την Ιταλία, αλλά και το Βrexit μού προκαλούν θλίψη και ανησυχία.

Το ίδιο ανήσυχος είμαι κι εγώ, αλλά δεν θα έλεγα ότι έχουμε ήδη αρχίσει να χάνουμε τις αξίες μας. Στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη η πλειοψηφία είναι ακόμα με την πλευρά της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Πρέπει, βέβαια, να παλέψουμε για την Ουγγαρία και την Πολωνία, θα ήταν τραγικό να τις χάσουμε, να τις κερδίσει ο δεξιός λαϊκισμός. Είμαστε στο τσακ, αλλά τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν.

Ακόμα όμως κι αν τις χάναμε, η Ευρώπη θα επιζούσε. Εκεί που τα πράγματα είναι πολύ πιο σοβαρά είναι με την Ιταλία, ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ε.Ε. Χωρίς αυτήν, θα χάναμε ένα μεγάλο κομμάτι της ευρωπαϊκής καρδιάς. Δεν θα υπήρχε πια η Ευρώπη, αλλά μια Ενωση φιλελεύθερων ευρωπαϊκών δημοκρατιών. Καλύτερο βέβαια από το τίποτα, αλλά και τι μεγάλη απογοήτευση. Ετσι, ας κρατάμε την αισιοδοξία μας και ας αγωνιζόμαστε.