Είδα πρόσφατα στην Ταινιοθήκη μια ταινία του Παζολίνι που δεν ήξερα: το «Ουτσελάτσι Ουτσελίνι». Ορνεα –ουτσελάτσι- και μικρά πουλιά –ουτσελίνι- συνυπάρχουν σε αυτό το έργο μιας κινηματογραφικής αθωότητας που τη νιώθει κανείς στο ίδιο του το δέρμα.
Οι καλόγεροι με έκκληση του Αγίου Φραγκίσκου, του ταπεινού αγίου που μιλούσε με τα πουλιά, αναλαμβάνουν την αποστολή να διδάξουν στα πουλιά τον Χριστό, ανακαλύπτοντας ότι η επικοινωνία με τα όρνεα μπορεί μετά από επίπονη άσκηση να γίνει με τον λόγο.
Τα άλλα πουλιά όμως, εδώ τα σπουργίτια, δεν είναι μέσα από τον λόγο που θα πλησιάσουν τον Λόγο Εκείνου, αλλά μέσα από το σώμα. Εναρμονίζονται έτσι με το ταπεινό παιχνίδι, το κουτσό, του νέου καλόγερου που βαριέται πια την άλλη άσκηση και θέλει να παίξει, αποκαλύπτοντας στους καλόγερους ότι η γλώσσα μπορεί να είναι σώμα, κίνηση, παιχνίδι και ρυθμός.
Βλέποντας τα όρνεα, στην περίπτωση αυτή τα κοράκια, και τα μικρά πουλιά, εδώ τα χελιδόνια, να κάνουν κύκλους καθώς έπεφτε ένα εκκωφαντικό ηλιοβασίλεμα στις πέτρες και το χώμα πάνω από το αρχαίο θέατρο της Ερέτριας την περασμένη Κυριακή, ένιωσα την αναπάντεχη σύντηξη των πραγμάτων: των ορνέων, που τρέφονται από τα σώματα των μικρών πουλιών, των μικρών πουλιών που δεν έχουν τίποτα να χάσουν παρά μόνο το σώμα τους, της αρχαίας πέτρας που αδημονεί να δει και πάλι το φως κάτω από τα χώματα χιλιετιών.
Τα όρνεα, εδώ τα κοράκια, έκρωζαν, τα χελιδόνια έκαναν βουβά σχηματισμούς μέχρι να καθίσουν πάνω στα σύρματα, προσωρινοί, μέχρι το αποδημητικό τους ταξίδι, αλλά κατανυκτικοί θεατές της τραγωδίας που σε λίγο θα αναδυόταν επί σκηνής.
Ενα θέατρο ξαναγεννιόταν μπροστά μας, με την πολύτιμη συμβολή πολλών ανθρώπων και θεσμών που συνέβαλαν στο σημερινό άνοιγμά του στην τραγωδία, με τη φροντίδα όλων των άλλων που την πραγμάτωσαν και που έφτανε ακόμα και στην επιλογή του χρώματος για τα μαξιλάρια για να καθίσει το κοινό, χρώματος που χανότανε στο χρώμα της πέτρας, πολύχρωμη παλέτα ενός Τσαρούχη ή ενός Πιέρο Ντελα Φραντσέσκα. Αίφνης οι πέτρες έγιναν βελούδινες.
Το χρώμα το παλιό ενώθηκε με το καινούργιο των ταπεινών πλαστικών, που δεν ξέρουν, σε αντίθεση με τις πέτρες, πόσο θα ζήσουν.
Κατανυκτικά λειτούργησαν και οι θεατές που γέμισαν ασφυκτικά το θέατρο για να παρακολουθήσουν στις 21, 22 και 23 Σεπτεμβρίου την «Ελένη» του Ευριπίδη, τον «Οιδίποδα Τύραννο» του Σοφοκλή και τους «Πέρσες» του Αισχύλου. Ανταμείβοντας την προσφορά των ηθοποιών, των αρχαιολόγων που άνοιξαν τις πύλες του θεάτρου και του φιλόξενου και τολμηρού Δήμου Ερέτριας.
