Ο νους του πέταξε αίφνης στο κουδούνι ζουμερής ζωντοχήρας, το κατώφλι της οποίας δρασκέλιζε τακτικά άλλοτε, ιδίως τις μικρές, μπερμπάντικες ώρες. Μα βέβαια! Ελπινίκη Βουγιουκλίδου του Ηρακλέους, απλώς Ελβίρα για τους θαυμαστές. Νονός –όνομα και πράμα–του καλλιτεχνικού της προσωνύμιου, με το οποίο θριάμβευσε στις δεύτερες πίστες, πέριξ της Λεωφόρου Κηφισού και της Καβάλας, υπήρξε ο ιδιοκτήτης του ξενυχτάδικου που πρωτοεμφανίστηκε στα δεκαεννιά. Ξίνισε τα μούτρα μόλις πληροφορήθηκε το Ελπινίκη. «Πού το ψώνισες, κούκλα;» την ψάρωσε. «Ταμάμ για παρθεναγωγείο, δεν στέκεται όμως στη μαρκίζα. Νομίζω; Θα πέσει σε τίποτα κεφάλια και θα χάσουμε τα καψούρια από ηλεκτροπληξία».
Ζήτησε ταυτότητα, επεξεργάστηκε τα στοιχεία στον όχι και τόσο σκληρό του δίσκο και κέντησε το παρανόμι στο φτερό. Εκοβε η κούτρα του σε κάτι τέτοια. Δεν έφερε αντιρρήσεις η μικρά. Καιγόταν να βγει στο πάλκο, στις λεπτομέρειες θα σκάλωνε; Αλλωστε της ταίριαζε το Ελβίρα και βιράρισε με δαύτο πρόσω ολοταχώς προς τη δόξα. Ακατέργαστη ακόμη η φωνή της. Διέθετε, παρά ταύτα, αλλιώτικη βραχνάδα και μέταλλο ένα κι ένα για τα λαϊκά. Και τη δούλεψε όσο δεν παίρνει. Οι περίοικοι στα Γερμανικά Νικαίας ξέχασαν για πάντα τον μεσημεριανό ύπνο, καθώς η υπό εκκόλαψη αοιδός έλιωνε ολημερίς τα βινύλια στο πικάπ, κελαηδώντας πάνω στο τέμπο της Μοσχολιού, της Δούκισσας και της Διαμάντη. Κατάκλεβε πρώτα τα κόλπα τους κι ύστερα ξανάλεγε τα σουξέ με τον δικό της ιδιαίτερο τρόπο.
Τα προβάριζε νωρίς με την ορχήστρα του κέντρου κι όταν ερχόταν η σειρά της να βγει, κατά τα μεσάνυχτα, τα τραγουδούσε ακομπλεξάριστα και χαλούσε κόσμο. Η τσαχπινιά της, μαχαιριά στην καρδιά κι ο γλεντζέδικος τόνος της ξεσήκωνε μικρούς και μεγάλους στον χορό. Και δώσ’ του σπασίματα και λουλούδια. Διαμόρφωνε δε το ρεπερτόριό της διαισθανόμενη τι τραβάει η ψυχή του κοινού. Ετριβε τα χέρια ο αιθουσάρχης, ζεστά ζεστά απ’ το αδιάκοπο χαϊδολόγημα του αφράτου μπαγιόκου στην τσέπη. Μόλις έπεσε η χούντα, στα είκοσι τρία της, τόλμησε το μεγάλο άλμα, μεταπηδώντας στα «Αγρια Χαράματα», απέναντι, πρώτη φίρμα με φωτεινά γράμματα, γιγάντια, όμοια με το νέο της μεροκάματο.
Το ’χε αρχή να μην μπλέκει ποτέ με πελάτες κι ας την πολιορκούσαν κάθε βραδιά ντερβισόπαιδα και λεφτάδες. Αρνιόταν διακριτικά τον επίμονο έρωτα του αφεντικού. Γουστάριζε να πατάει σταθερά στα πόδια της, όχι να βασίζεται στους άντρες. Δεν της έλειψαν ποτέ, άλλωστε. Την κοπάνισε απ’ το σπίτι με το νταβραντισμένο γειτονόπουλο που την ξελόγιασε. Κοκκινιώτης πρώτης. Τον στεφανώθηκε κρυφά στα δεκαεπτά, αλλά η σχέση τους αποδείχτηκε εφηβικό επιπόλαιο φλερτ. Ως τα τριάντα πέντε, άλλαζε σαν κιλοτάκια τους εραστές. Δεν χόρταινε το φλογερό της ταμπεραμέντο. Κάνα εξάμηνο πάνω-κάτω άντεχε τον καθένα. Τους σχόλαγε, μόλις ένιωθε να σβήνει το πάθος κι έβαζε πλώρη γι’ αλλού. Ωσπου φάνηκε στη ζωή της ο Νώντας, έφιππος σε φανταχτερό φαρί. (Συνεχίζεται)
