«Στην Αθήνα, όταν τελειώνει το καλοκαίρι, είναι γιορτή. Και η νύχτα είναι πιο όμορφη κι από την πιο όμορφη γυναίκα. Μια τέτοια νύχτα, πάνω σε μια ταράτσα με πολύ κόσμο που μίλαγε και τραγουδούσε, ο Καζάν μου φώναξε από μακριά: “Θέλεις να γράψεις τη μουσική για το America, America;” Κείνη την ώρα ακριβώς η Ακρόπολη, χρωματισμένη σαν γλυκό συνοικιακού ζαχαροπλαστείου από το Ηχος και Φως, με δωρικές τρομπέτες και ιωνικές συγχορδίες, ετρόμαξε κι αυτόν κι εμένα, ενώ μια τρομερή φωνή μας υπενθύμιζε πως πριν τρεις χιλιάδες χρόνια οι Αθάνατοι Ελληνες φτιάξανε τον Αθάνατο Παρθενώνα… και η Ακρόπολη άλλαζε χρώματα από την ντροπή της».
Αυτό και άλλα κείμενα του Μάνου Χατζιδάκι διάβαζα όταν γεννήθηκε μέσα μου η επιθυμία να κάνω ό,τι έκανε κι εκείνος μια αντίστοιχη νύχτα του Αυγούστου.
Να κατηφορίσω δηλαδή προς την πλατεία Προσκόπων του Παγκρατίου, το παλιό Βατραχονήσι κοντά στις όχθες του Ιλισού ποταμού, και να βρω το στέκι του.
Ο «Μαγεμένος Αυλός», σταθερά εκεί τόσα χρόνια, με καλούσε με νότες. Μια καταπράσινη αυλή με φώτα ήσυχα.
Τον φαντάστηκα να κάθεται στο διπλανό τραπέζι, να καπνίζει όπως πάντα, και να συζητά με τους ανθρώπους γύρω του για τη μουσική, την τέχνη και την πολιτική.
Κάθε βράδυ ήταν οικοδεσπότης σ’ αυτό το μέρος και μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί τους ουσιαστικά και ανθρώπινα. Εκανε την πόλη πιο όμορφη, την Ελλάδα πιο όμορφη. Και εγώ τον ανακαλύπτω κάθε μέρα. Σε μια μουσική του, σε έναν λόγο του.
Η ορχήστρα παίζει «Το αστέρι του βοριά», κοιτώ τον έναστρο ουρανό της Αθήνας.
Το άστρο του Χατζιδάκι λάμπει ολόφωτο πάνω από της ζωής το πανηγύρι, πάνω απ’ της χαράς μας τη γιορτή, όχι σαν αστραπή, αλλά σαν αιώνιο φως.
