Α. Σε στάση προσοχής, το φως
αναρτημένο πλέον
Παρά πόδας. Δυσοίωνο
Το διάφραγμα κι αυτό
μικρής ευκρίνειας
με αποτυπώσεις ατελείς
όπως η μέλισσα σε πλαστική κυρήθρα. Αγωνιά
Η μαρτυρία ασήμαντη και για κανέναν
Το έντομο, έτσι κι αλλιώς ψοφά
Σκιά του περιγράμματος στο σκουριασμένο μάρμαρο
Σκιά μελλισουργού το δειλινό, στον Κιθαιρώνα
Τώρα, σε υποθετικές προτάσεις, δεν απαντάς
Με έγκλιση προστακτική τον αναγνώστη σου
στην Τράπεζά σου της μονής. Τον αποκλείεις
Οι εκζητούντες, όμως, δεν θα σε στερηθούν
Β. Ξανάφερε πίσω το πρωινό
όταν πλημμύρισε το σπίτι, η μπονάτσα
αφήνοντας ιώδιο και κατράμι
στα μουσκεμένα σεντόνια
εκθέτοντας την παιδική σου καρδιά
στα απροσδόκητα ρεύματα των παραθύρων
και τα γέλια των μεγάλων, απέξω
Φέρε ξανά ό,τι θα σε παρηγορούσε τώρα
αν η ψυχαγωγία εκείνων των ημερών
είχε τη θέση της στο σπίτι
και ο παράπλευρος κόσμος σου σκιών και φθόγγων
ξανάπιανε από την αρχή το παραμύθι
– Να πέφτουν τα κορμιά σ’ αριθμημένο ύψωμα στο Γράμμο
– Να έχει επιστρέψει ο βασιλιάς
– Να βάφουν αστειεύομενοι οι μεγάλοι
το Χ και την κορώνα επάνω στους ασβέστες
και το διοξείδιο μίσος τους
Φέρ’ τα ξανά λοιπόν
εμποδίζοντας την είσοδο της μασκοπρόσωπης Ιστορίας
στα υπνωτήρια και τα ηρώα που σε στεγάζουν έκτοτε
Στο διάστημα που απομένει
μη χάνεις τον καιρό σου με τις ανεμοδούρες και τα ναυάγια
Γλώσσα φαρμακωμένη
που σου έμαθε τον Πουνέντε και τον Γαρμπή
που σ’ έριξε στα βράχια
που σου έδωσε τη σανίδα, χωρίς τη σωτηρία της
Γλώσσα δίχως γλώσσα
στις διαβιβάσεις, με το χειροκίνητο
Γ. Ο ρυθμός μου που αργεί
που αναλαμβάνει πάλι από τις δικές του δυνάμεις
σ’ ένα χέρσο χωράφι
στο πανηγύρι του Άη Μάμα
προστάτη των βοσκών και των υιοθετημένων
Πιασμένος χέρι-χέρι με τα ετεροθαλή μου ζώα
Νυχτωμένος χορευτής
Συμποσιαστής με τους δερβίσηδες
Εγχαραγμένος με μελανό γάνωμα
στην υδρία κάτω από τα πόδια μου
Στέκει η γη, φυλάει τις εικόνες
και τα κτερίσματα των τάφων μου
Κατέχει η γη και σπέρνει
στους έλικες του μυαλού μου
τους δακτύλιους του Κρόνου
και τους ρόμβους του ποιήματος
