Καινούργια βάρκα δεν είχε ποτέ. Η πρώτη που δούλεψε ήταν του παππού του, η δεύτερη του πατέρα του. Κι όπως συμβαίνει σε όλα τα μεταχειρισμένα πράγματα που παίρνουν τα χούγια των πρώτων ιδιοκτητών, έτσι και οι βάρκες ποτέ δεν γίνονται δικές σου απόλυτα αν δεν είσαι εσύ αυτός που θα είναι μαζί τους στο παρθενικό ταξίδι στη θάλασσα, στην πρώτη φουρτούνα στα ανοιχτά, στην πρώτη βόλτα στη φεγγαράδα με παρέα.
Κι ας μην πούμε για τα καμώματα της μηχανής που στα καλά καθούμενα θα σ’ αφήσει στη μέση του πελάγους δίχως λόγο. «Δεν είναι έτσι», θα σου πει ο πρώτος ιδιοκτήτης, «δεν άκουσες πριν ξεκινήσεις εκείνο το ανεπαίσθητο τρακ-τρακ, θα σε προειδοποιούσε». Και μετά το πρώτο και βασικό: ποτέ δεν γίνεται δικιά σου αν δεν την έχεις βαφτίσει εσύ.
Είχε λοιπόν μεγάλη χαρά για την καινούργια βάρκα. Αλλά πώς να την ονομάσει; Να της δώσει το όνομα της γυναίκας του; Της μάνας του; Ασε, θα σκοτωθούν και γι’ αυτό. Καθόταν αβάφτιστη η βάρκα απέναντί του. Οι άλλοι ψαράδες τον πειράζανε, ρωτούσανε για το πότε θα γίνουν τα κεράσματα.
Καταμεσής του καλοκαιριού, το Μουντιάλ παίζει παντού και τα βαφτίσια ακόμη εκκρεμούν. Μεγάλη πίκρα πήρε από την Αργεντινή στον τελευταίο αγώνα. Αλλά ο Μέσι είναι Μέσι. Αχ Μέσι, Μέσι, είπε μερικές φορές και άναψε η ιδέα σαν κίτρινο φωτάκι πάνω από το κεφάλι του. Και το όνομα αυτής «Μέσι».
Είθε να οργώνει πάντα τις θάλασσες και ας μη γυρνάει πάντα φορτωμένη ψάρια. Μα όταν έχει πολλά να μπορεί να της λέει πάντα: «Δεν τα πουλάμε και με φίλους θα τα φάμε. Αχ, σε καινούργια βάρκα μπήκα και στον Αϊ-Γιώργη βγήκα».
