Τα δύο κατεξοχήν ελληνικά χαρακτηριστικά, δηλαδή η κλίση για συζήτηση και η αίσθηση του ανθρώπινου, είναι που προσπαθούν να υποβαθμίσουν ακραίες φωνές με εθνικιστικές πρακτικές.
Οι ήρωες του Ομήρου είναι παντοτινά σύμβολα σε όλο τον κόσμο. Γιατί; Γιατί από τον 8ο αιώνα και μετά αυτό που μεταφέρουν είναι η επιθυμία να αγγίξουν τους ανθρώπους σε κάθε πίκρα ή χαρά και να επικοινωνήσουν. Η Ζακλίν ντε Ρομιγί είχε κάποτε μιλήσει για το θαύμα των Αθηναίων, και όχι της Αθήνας. Αν η ανάγκη για επικοινωνία των αρχαίων Ελλήνων δεν ήταν τόσο μεγάλη, ίσως να μην είχαμε σήμερα όλα αυτά τα μεγάλα έργα των τραγικών ποιητών.
Για ποια Ελλάδα μιλούν λοιπόν όλοι αυτοί που φιμώνουν τη δεύτερη γνώμη και αποζητούν ακόλουθους και όχι συνομιλητές; Η εξάσκηση στον λόγο είναι η εξάσκηση της σκέψης, είχε πει ο Αριστοτέλης. Απολυταρχικές και φανατισμένες φωνές πληθαίνουν στη χώρα μας οδηγώντας μας σε έναν συντηρητισμό από τον οποίο κάναμε μεγάλη προσπάθεια ως λαός να απαλλαγούμε.
Η δημόσια συζήτηση και η ανάλυση των κοινωνικών προβλημάτων είχε στην αρχαία Αθήνα και θα έπρεπε να έχει και σήμερα τη διάσταση ενός άλματος προς την ελεύθερη σκέψη, τον προβληματισμό που θα φέρει την κοινωνία κοντά σε βασικά σημεία επαφής και όχι σε διχασμό.
Τον διχασμό που επιθυμούν οι κήρυκες της μισαλλοδοξίας με φωνές δυνατές και κραυγές εκκωφαντικές που σκοπό έχουν να μην ακούγεται αντίλογος.
Σε μια σύγχρονη δημοκρατία περισσότερο από ποτέ απευθύνονται τα λόγια του Ευριπίδη όταν βάζει τον Θησέα στις «Ικέτιδες» να λέει: «Ποιος έχει γνώμη που ωφελεί την πόλη και θέλει σ’ όλους να τη φανερώσει; Ετσι, μιλά ο καθένας ή σωπαίνει. Ποια ισότητα καλύτερη εσύ ξέρεις;». Ποια ισότητα καλύτερη υπάρχει στην Ελλάδα αλλά και στον κόσμο όλο;
