Μαύρες μέρες οι τελευταίες, γεμάτες στάχτη, σκόνη και λάσπη -μέρες που αποκάλυψαν πέραν πάσης αμφιβολίας τη γύμνια του χρεοκοπημένου μας κράτους και του πολιτικού μας συστήματος, αλλά και του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, με ρεπορτάζ και σχόλια που συχνά θύμισαν ξέφρενο χορό κανίβαλων γύρω από το αχνίζον ακόμη καζάνι.
Υπήρξαν, φυσικά, και εξαιρέσεις, ρεπόρτερ και αρθρογράφοι και Μέσα που έκαναν τη δουλειά τους με αξιοπρέπεια και σεβασμό μπροστά στον ανθρώπινο πόνο και το μέγεθος της καταστροφής: και η εφημερίδα μας νομίζω πως, αν εξαιρέσεις μερικά δευτερεύουσας σημασίας συμπολιτευτικά «φάουλ» -για τα οποία, άλλωστε, φέρω κι εγώ προσωπικά μερίδιο ευθύνης, σαν μέλος της συντακτικής της επιτροπής- συγκαταλέγεται σε αυτές.
Συνολικά, όμως, και σε συνδυασμό με το νέο θερινό πογκρόμ απολύσεων παλιών και άξιων συναδέλφων σε εφημερίδες και ραδιόφωνα, διανύουμε ένα μαύρο καλοκαίρι για την ελληνική δημοσιογραφία.
Ενα καλοκαίρι που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν αξίζει πια να είναι κανείς δημοσιογράφος, σε μια δεμένη πισθάγκωνα από τα ξένα μνημόνια και συμφέροντα και τις ντόπιες μικρές και μεγάλες μαφίες χώρα και όπου δυστυχώς πολλοί συνάδελφοι (ειδικά της τηλεόρασης) έχουν εξελιχθεί σε μισθοφόρους «πιστολέρο» των εκάστοτε αφεντικών τους και δεν ορρωδούν προ ουδενός, ξεπουλώντας τη συνείδηση για την «είδηση».
Κάτι τέτοιες στιγμές, όπως έχω ξαναγράψει, το μόνο φάρμακο που πιάνει για μένα είναι τα βιβλία.
Διάβασα, λοιπόν, αυτές τις μέρες το ολοκαινούργιο βιβλίο ενός από τους δημοσιογραφικούς μου ήρωες, του σπουδαίου Αμερικανού δάσκαλου Σίμουρ Χερς, που τιτλοφορείται «Reporter: Α Memoir», σε ελεύθερη μετάφραση «Αναμνήσεις ενός Ρεπόρτερ». Στα αγγλικά φυσικά -είναι αμφίβολο αν και πότε θα μεταφραστεί σε μια Ελλάδα όπου εκδότες και αναγνωστικό κοινό λιβανίζουν ένα σωρό σκουπίδια.
Ας είναι όμως: το βιβλίο του 81χρονου πια «λαγωνικού» του Μάι Λάι αποδείχτηκε πραγματικό βάλσαμο για την τραυματισμένη μου συνείδηση. Αλλά και ένας οδηγός, όχι με θεωρίες αλλά μέσα από τα πραγματικά παραδείγματα και τα ανέκδοτα ώς τώρα ενσταντανέ από την πλούσια ζωή και καριέρα αυτού του καταπληκτικού ανθρώπου, για το τι πρέπει να κάνει ο δημοσιογραφικός κόσμος παγκοσμίως για να βγει από τον βούρκο που τον καταπίνει καθημερινά και να συμβάλει στο χτίσιμο μιας καλύτερης, πιο ανθρώπινης κοινωνίας.
Ο Χερς, λοιπόν, που ξεκίνησε τη δημοσιογραφία πριν από 60 χρόνια σαν αστυνομικός συντάκτης «σε ένα Σικάγο που το κυβερνούσαν παρέα οι μπάτσοι με τη μαφία, και ένας άντρας με 14 σφαίρες στο κορμί μπορούσε να εμφανιστεί σαν θύμα τροχαίου», δεν είναι καθόλου αισιόδοξος για το «λειτούργημά» μας, στην εποχή της καταιγιστικής διαδικτυακής ενημέρωσης και του αδιάκοπου κυνηγιού των «κλικ».
Οι εφημερίδες ξέχασαν, λέει, το πραγματικό (σε αντίθεση με το υπαγορευμένο άνωθεν) ρεπορτάζ, τη διασταύρωση, την ανάλυση -και πρωτίστως ξέχασαν τον κριτικό ρόλο τους, τον τόσο απαραίτητο στη δημοκρατία.
Η σημερινή δημοσιογραφία, λέει, είναι χαοτική, χωρίς δομή -πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι, αφού οι εφημερίδες δεν επενδύουν πια σε ανταποκριτές που να κατέχουν πραγματικά το τι συμβαίνει σε μακρινές χώρες και δεν δίνουν χρόνο στους ρεπόρτερ τους για να «ενώσουν τις κουκκίδες» και να ερευνήσουν την αλήθεια πίσω από τις επίσημες δηλώσεις και ανακοινώσεις. Γι’ αυτό και αναφέρεται στον εαυτό του σαν έναν από τους τελευταίους επιζήσαντες από τη χρυσή εποχή της [αμερικανικής] δημοσιογραφίας, την οποία τοποθετεί στις αρχές της δεκαετίας του 1970.
«Ηταν μια περίοδος όπου εμείς οι δημοσιογράφοι κυριαρχήσαμε, στ’ αληθινά, πάνω στην επιλογή και παρουσίαση των ειδήσεων… Ο κόσμος πίστευε τις εφημερίδες και όχι την κυβέρνηση -γι’ αυτό την αποκαλώ “χρυσή εποχή”. Το κράτος δεν μπορούσε να ελέγξει τι κάναμε. Απλά δεν μπορούσαν. Η δουλειά μας τότε ήταν να ερευνούμε και να λέμε την ιστορία όπως ήταν, όχι να εξωραΐζουμε την εικόνα των ΗΠΑ, όπως σήμερα. Δεν είναι αυτή η λειτουργία μιας καλής εφημερίδας… Αλλά δεν κράτησε πολύ, μόνο 3-4 χρόνια», εξήγησε ο Χερς σε πρόσφατη συνέντευξή του στο «The Nation».
Και συμπληρώνει ότι η πιο φονική για τη δημοσιογραφία φράση είναι: «Νομίζω πως»… Γιατί πέρα από τις πιέσεις των λογής λογής εξουσιών και εργοδοσιών, φταίνε – φταίμε – και οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι για τη σημερινή κατάντια μας, γιατί ξεχάσαμε ότι η δουλειά μας είναι να λέμε την ιστορία, κι όχι τις απόψεις μας, γιατί ξεχάσαμε ή φοβηθήκαμε να ασχοληθούμε με τις πιο «καυτές» ιστορίες, γιατί πρωτίστως βολευτήκαμε στη διεκπεραίωση και τη μετριότητα.
Το κλειδί, επιμένει, είναι η ανεξαρτησία και η προσωπική αίσθηση αξιοπρέπειας και καθήκοντος του κάθε δημοσιογράφου ξεχωριστά. Αυτός είναι και ο λόγος που, αν και δούλεψε για τα μεγαλύτερα έντυπα των ΗΠΑ, δεν «ρίζωσε» πουθενά και, τα τελευταία χρόνια, δημοσιεύει τα πονήματά του (όπως τα πολυσέλιδα ρεπορτάζ για το παρασκήνιο πίσω από την εκτέλεση του Οσάμα μπιν Λάντεν στο Πακιστάν και την παραλίγο στρατιωτική επέμβαση του Ομπάμα στη Συρία, με βάση ψευδή στοιχεία για τη χρήση χημικών όπλων που του «σέρβιραν» οι σύμβουλοί του) σε ένα δεκαπενθήμερο βρετανικό περιοδικό λογοτεχνικής κριτικής, το «London Review of Books».
Οπως αναφέρει στο «Nation», ήταν σοκαριστικό και για τον ίδιο το πόσες προσωπικές επιθέσεις δέχτηκε το 2013-2015 για τις αποκαλύψεις γύρω από τον Οσάμα.
«Ο Ομπάμα ήταν πολύ γοητευτικός πρόεδρος, πολλοί είχαν μεγάλες προσδοκίες για την προεδρία του και αυτό έκανε τη δουλειά μου πολύ δύσκολη. Η λυπηρή αλήθεια, όμως, είναι ότι όλοι οι πρόεδροι λένε ψέματα… Θεέ μου, τι τραύμα ήταν αυτό, κατάφερα να τους εξοργίσω όλους [με το άρθρο για τον Οσάμα]. Μου επιτέθηκαν οι πάντες, ολόκληρη η Ουάσινγκτον στράφηκε εναντίον μου»!
Και η κατάσταση χειροτέρεψε ακόμη περισσότερο, όταν βγήκε το άρθρο του για τα χημικά της Συρίας, με το οποίο ανέδειξε -εκτός από την υποκρισία της αμερικανικής κυβέρνησης- τον μυστικό ρόλο της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας στον εξοπλισμό των ανταρτών (και) με χημικά όπλα.
Αλλά, ως συνήθως, ο γερο-Σίμουρ δεν «μάσησε». Και το βιβλίο του, όπως γράφει ο Τζον ΛεΚαρέ στο εξώφυλλό του, πρέπει να το διαβάσουν υποχρεωτικά όλοι οι δημοσιογράφοι, όπου γης… Εμένα, πάντως, μου ‘κανε πολύ καλό.
