Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο αριθμός των μελισσών στην Ευρώπη καταγράφει διαρκή μείωση και δυστυχώς οι λόγοι είναι πολλοί, καθώς το ωφέλιμο αυτό έντομο απειλείται από τα φυτοφάρμακα, τα εντομοκτόνα και την κλιματική αλλαγή, ενώ πλήττεται επίσης από παράσιτα αλλά και το βακτήριο Varroa, το οποίο παραμορφώνει τα φτερά του.
Ωστόσο η έλευση νέων τεχνολογιών στοχεύει στην επίλυση αυτών των προβλημάτων. Ο ρόλος που διαδραματίζουν οι μέλισσες στο οικοσύστημα είναι σημαντικός. Ομως και ο αριθμός των επιβλαβών ζωυφίων που τις απειλούν αυξάνεται σταθερά λόγω των όλο και θερμότερων καιρικών συνθηκών σε όλη την Ευρώπη και αποτελούν διπλή απειλή για τις κυψέλες επειδή, εκτός από τη διατροφή των μελισσών, μεταφέρουν επίσης ασθένειες, όπως το βακτήριο Varroa.
Για πρώτη φορά οι μελισσοκόμοι παρατήρησαν τον ιό αυτό περίπου πριν από τριάντα χρόνια στην Ιαπωνία και διαπίστωσαν ότι οι μέλισσες γεννιούνταν χωρίς φτερά και στη συνέχεια εκδιώκονταν από την κυψέλη όπου λιμοκτονούσαν. Μέχρι στιγμής, ο μόνος τρόπος για την καταπολέμηση του ιού ήταν να διατηρηθούν τα επίπεδα των βακτηριδίων Varroa σε χαμηλό επίπεδο, με αποτέλεσμα η πλειονότητα των μελισσοκόμων να χρησιμοποιεί χημικές λύσεις για την αντιμετώπισή του. Ωστόσο αυτές οι χημικές ουσίες μπορούσαν να εφαρμοστούν μόνο μετά τη συγκομιδή του μελιού, κάτι που συνιστά μείζον πρόβλημα.
Παράλληλα, λόγω της ραγδαίας κλιματικής αλλαγής κάθε χρόνο, η εποχή αναπαραγωγής των μελισσών αρχίζει όλο και πιο νωρίς δίνοντας έτσι στα βακτήρια περισσότερο χρόνο για την αναπαραγωγή τους.
Ετσι, οι μελισσοκόμοι βρίσκονται αντιμέτωποι με το δίλημμα είτε να ρίξουν χημικές ουσίες στην κυψέλη για να εξοντώσουν τα βακτήρια πριν συλλέξουν το μέλι, είτε να το κάνουν μετά τη συγκομιδή, η οποία θα είναι φτωχότερη, λόγω της μακράς παρουσίας των βακτηρίων.
Αναπόφευκτα, το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι εάν υφίστανται άλλες εναλλακτικές λύσεις. Οπως τονίζει ο καθηγητής Βόλφγκανγκ Βίμερ της αυστριακής εταιρείας Ecodesign, οι χημικές ουσίες που χρησιμοποιούνται πριν από τη συγκομιδή μπορούν επίσης να επηρεάσουν την ποιότητα του κεριού και τη γεύση του μελιού.
Ωστόσο, όπως εξηγεί, υπάρχει μία εναλλακτική λύση:
«Κάποιος μπορεί να παρέμβει χωρίς να ψεκάσει με χημικά τις κυψέλες κατά τη διάρκεια του έτους, αφήνοντας τον ιό χωρίς πιθανότητες επιβίωσης». Η λύση που προτείνει ο Αυστριακός επιστήμονας δεν περιλαμβάνει χημικές ουσίες, αλλά απλώς χρήση θερμότητας προκειμένου να απαλλάξει τις κυψέλες από κάθε λογής παράσιτα, ιούς και βακτήρια.
Για να αναπτύξει την ιδέα του, ο Βίμερ μελέτησε τις εργασίες άλλων ειδικών, οι οποίες έδειξαν ότι όταν οι μέλισσες βρίσκονταν σε κατάσταση μεταμόρφωσης που ονομάζεται «στάδιο των νεογνών» -όταν μεταμορφώνονται από προνύμφες σε πλήρως αναπτυγμένες μέλισσες- θα μπορούσαν να επιβιώσουν σε πολύ υψηλές θερμοκρασίες. Οπότε διερωτήθηκε εάν τα παράσιτα και τα βακτήρια θα μπορούσαν να αντέξουν τη θερμότητα.
Οπως είναι γνωστό, οι μέλισσες περνούν από μια διαδικασία μεταμόρφωσης που διαφέρει ελάχιστα από αυτή της κάμπιας και της πεταλούδας. Οι προνύμφες ζουν σε ειδικά κελιά της κυψέλης μετά τη γέννησή τους και σιτίζονται από τις άλλες μέλισσες.
Οταν παχύνουν αρκετά, οι παλιές μέλισσες σφραγίζουν το κελί, παγιδεύοντας τις προνύμφες στο εσωτερικό της κηρήθρας όπου τυλίγονται σε ένα κουκούλι για να μεταμορφωθούν σταδιακά σε ώριμες μέλισσες. Ωστόσο, το βακτήριο Varroa παγιδεύεται κι αυτό σ’ αυτά τα σφραγισμένα κελιά και όπως διαπίστωσε ο καθηγητής Βίμερ, όταν διοχέτευσε σ’ αυτά κύματα θερμότητας, τα βακτήρια Varroa πέθαναν, ενώ οι προνύμφες επιβίωσαν.
Ετσι, ο Βίμερ, χρησιμοποιώντας το εύρημά του, ανέπτυξε το Varroa Controller, μια συσκευή η οποία θερμαίνει έως 20 κυψέλες σφραγισμένων κελιών και εξοντώνει τους παθογόνους μικροοργανισμούς μέσα σε μόλις δύο ώρες.
Οπως ωστόσο τονίζει, «τα παράσιτα, τα βακτήρια και τα ζωύφια δεν είναι, δυστυχώς, οι μόνοι παράγοντες που απειλούν τις μέλισσες, καθώς υπάρχουν ακόμη η κλιματική αλλαγή, η ανθρώπινη δραστηριότητα και τα χημικά που εκλύονται στην ατμόσφαιρα, κάτι που έχει μειώσει τον πληθυσμό των μελισσών στην Ευρώπη κατά περισσότερο από 30%».
Συμπερασματικά, επισημαίνει ο Βίμερ, η επιστημονική κοινότητα πρέπει να συνεχίσει τις έρευνές της και να ανακαλύψει και άλλες «πράσινες» μεθόδους προστασίας των μελισσών αν θέλει να διασώσει αυτά τα τόσο χρήσιμα για τη διατήρηση της περιβαλλοντικής ισορροπίας έντομα.
