Η Αγκυρα «έχει επωφεληθεί από τις ΗΠΑ εδώ και πολλά χρόνια» και τώρα «κρατά τον υπέροχο χριστιανό πάστορα», έναν «αθώο άνθρωπο», ως «όμηρο πατριώτη», για την απελευθέρωση του οποίου «δεν πρόκειται να πληρώσουμε τίποτε, όμως κάνουμε στην Τουρκία περικοπές».
Αν και κάπως ασαφές ως προς τον τελευταίο όρο -πλην όμως με σαφή τόνο απειλής για πρόσθετες κυρώσεις- το χθεσινό, οργισμένο «τιτίβισμα» του Ντόναλντ Τραμπ κατά της ΝΑΤΟϊκής συμμάχου Αγκυρας έδειχνε να επιβεβαιώνει την προειδοποίηση που είχε απευθύνει λίγες ώρες νωρίτερα (επίσης μέσω Twitter) ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Μάικ Πενς, προς την Τουρκία να μην παίζει με την υπομονή και τις αντοχές του απρόβλεπτου Αμερικανού προέδρου…
«Παράπονα» Τσαβούσογλου
Η Ουάσινγκτον «δεν γνωρίζει, δεν βλέπει ποιος είναι ο πραγματικός φίλος της», διαμαρτυρήθηκε ο Τούρκος ΥΠΕΞ, Μεβλούτ Τσαβούσογλου. «Μπορούμε εύκολα να επιλύσουμε προβλήματα με τις ΗΠΑ, όχι όμως με την επικρατούσα νοοτροπία» υποστήριξε, την ώρα που η τουρκική Δικαιοσύνη απέρριπτε χθες σε ανώτερο βαθμό δεύτερη φορά μέσα σε ένα 48ωρο το νέο αίτημα του Μπράνσον για άρση της κατ’ οίκον κράτησής του και της απαγόρευσης εξόδου από την Τουρκία.
Εξέλιξη που, συνδυαστικά με τον πολιτικό βρυχηθμό της Τουρκάλας υπουργού Εμπορίου, Ρουχσάρ Πεκτζάν, ότι η Αγκυρα θα απαντήσει άμεσα και ανάλογα σε τυχόν νέες αμερικανικές κυρώσεις, αρκούσε για να διαλύσει την εύθραυστη ανάκαμψη της τουρκικής λίρας, οδηγώντας την ισοτιμία της σε νέα βουτιά έναντι του δολαρίου, πάνω από το 6,2 προς 1.
Αναζητώντας, με αυτά και με άλλα, διέξοδο διαφυγής από την κρίση, η κυβέρνηση του κλυδωνιζόμενου πια υπερπροέδρου Ερντογάν ρίχνει ένθεν κακείθεν γέφυρες προς άλλους στρατηγικούς εταίρους και συμμάχους. «Χάρη στις ενέργειες και τις κυρώσεις του Τραμπ, το κλίμα ψυχρότητας μεταξύ της Ε.Ε. και της υποψήφιας προς ένταξη Τουρκίας έχει αρχίσει να αλλάζει», έγραφε χθες στη (φιλοκυβερνητική πλέον) «Χουριέτ» ο Μουράτ Γετκίν, διευθυντής της αγγλόφωνης έκδοσή της.
Κάνοντας λόγο για «μηνύματα στήριξης από ευρωπαϊκά κράτη, πρώτα από την Ιταλία κι έπειτα από τη Γερμανία, την Ισπανία και τη Γαλλία», που «προκάλεσαν έκπληξη ακόμη και στην τουρκική κυβέρνηση», μνημονεύει στο άρθρο του «το επίπεδο σύνδεσης της τουρκικής οικονομίας με τις ευρωπαϊκές. Αλλά όπως ειδικά υπογράμμισε η Γερμανία», προσθέτει, «η Τουρκία αποτελεί σημαντικό μέρος της ευρωπαϊκής άμυνας, εμπλουτισμένης πλέον με τη συμφωνία διαχείρισης του προσφυγικού».
«Δεν είναι τυχαία η δήλωση του Τούρκου ΥΠΕΞ», επισημαίνει, «ότι οι σχέσεις με την Ε.Ε. μπορεί να αναθερμανθούν, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στα περιθώρια ευελιξίας στο καθεστώς της βίζας για τους Τούρκους πολίτες. Στο πολιτικό παρασκήνιο εικάζεται ότι ακόμη και η απελευθέρωση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών μπορεί να έχει θετική επίδραση στις σχέσεις Ε.Ε.-Τουρκίας».
Το βλέμμα στη Μ. Ανατολή
«Μέσω δε των ισχυρότερων δεσμών με την Ε.Ε.», καταλήγει ο Γετκίν -απηχώντας λίγο-πολύ τους μύχιους στρατηγικούς πόθους της Αγκυρας- «η Τουρκία θα ενισχύσει τη θέση της στη Μέση Ανατολή, στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία. Εάν αυτή η κρίση μπορέσει να εξελιχθεί σε όφελος, θα ήταν επίσης καλό και για τις ΗΠΑ».
«Αυτό που κάνει ο Ερντογάν είναι να συγκαλύπτει την αποτυχία του στην οικονομία, χρησιμοποιώντας την υπόθεση Μπράνσον ως πρόσχημα για την υφιστάμενη κρίση», σχολίασε χθες ο ηγέτης της κεμαλικής αξιωματικής αντιπολίτευσης, Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου -έπειτα από πολυήμερη σύμπλευση με την κυβερνητική στάση έναντι των ΗΠΑ. Πίσω από όλα αυτά, τόνισε, βρίσκεται η κατάλυση του κράτους δικαίου στην Τουρκία. Γι’ αυτό και μπορεί να προκύψουν ανάλογες κρίσεις, με άλλες χώρες -προειδοποίησε- όσο δεν επιλύεται αυτό το θεμελιώδες ζήτημα στη χώρα.
«Η κυβέρνηση απελευθέρωσε τον (Γερμανο-τούρκο δημοσιογράφο) Ντενίζ Γιουτζέλ κατόπιν αιτήματος της Γερμανίδας καγκελαρίου Μέρκελ. Γάλλοι πολίτες, που συνελήφθησαν στην Τουρκία, αφέθηκαν ελεύθεροι έπειτα από αίτημα του Γάλλου προέδρου Μακρόν. Τώρα, έκαναν το ίδιο με τους δύο Ελληνες στρατιωτικούς», τόνισε ο Κιλιτσντάρογλου.
«Τώρα, ο Τραμπ θέλει τον δικό του πολίτη. Στην υπόθεση Μπράνσον, αυτό που παρατηρούμε είναι το πώς ο Ερντογάν και ο Τραμπ πεισμώνουν». «Δύο ακροβάτες», κατέληξε, «που προσπαθούν να χορέψουν πάνω στο ίδιο σχοινί».
Μετά, εν τω μεταξύ, το πλούσιο (πλην απομονωμένο από τους φιλοαμερικανούς Αραβες γείτονές του) Κατάρ, στήριξη στον Ερντογάν προσέφερε και το Πεκίνο. «Η Τουρκία είναι μια σημαντική αναδυόμενη οικονομία, η σταθερότητα και η ανάπτυξη της οποίας ωφελούν την περιφερειακή ειρήνη και σταθερότητα», ανέφερε το κινεζικό ΥΠΕΞ σε χθεσινή ανακοίνωσή του.
Εκανε μάλιστα λόγο για «προσωρινές οικονομικές δυσκολίες» της Τουρκίας, τις οποίες «μπορεί να ξεπεράσει». Εξέφρασε την ελπίδα «τα εμπλεκόμενα μέρη» στην αμερικανο-τουρκική διένεξη «να μπορέσουν να περιορίσουν τις διαφορές τους μέσω του διαλόγου».
Και υπογράμμισε πως το Πεκίνο υποστηρίζει την επιχειρηματική και οικονομική συνεργασία με την Αγκυρα, αναφερόμενο -σε μία σπάνια κίνηση- σε δημοσιεύματα για την πρόσφατη συμφωνία χρηματοδότησης που υπέγραψε η κρατική Βιομηχανική και Εμπορική Τράπεζα της Κίνας με την Τουρκία, ύψους 3,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
