Το αποτύπωμά του χάραξε νέους δρόμους στην ευρωπαϊκή διανόηση. Αναγνωριζόταν ως ιερό τέρας στους πανεπιστημιακούς κύκλους της Εσπερίας. Εδώ τον μάθαμε εξ αντανακλάσεως. Φάνταζε αδιανόητο να μην έχουμε διαβάσει τον διαπρεπή στο εξωτερικό δικό μας διανοούμενο, που παρά ταύτα απέρριψαν τα ελληνικά ΑΕΙ. Μετέφρασε ο ίδιος έργα του από τα γερμανικά, αλλά ελαχίστως τα καταλάβαμε. Μιλούσε απταίστως εννέα γλώσσες, αξιοθαύμαστες οι γνώσεις του σε καίριες περιοχές του επιστητού κι οι πολλαπλές δεξιότητές του ξεπερνούσαν τα στενά όρια της κυρίαρχης αριστερής κουλτούρας. Συμπληρώνονται σήμερα είκοσι χρόνια από τον αδόκητο θάνατο του Παναγιώτη Κονδύλη, μόλις στα πενήντα πέντε του.
Ας αποτελέσει η επέτειος έναυσμα να διεισδύσουμε στο εύρος και το βάθος των ιδεών του. Πλείστα βιβλία του κυκλοφορούν άλλωστε από τη «Στιγμή» του Αιμίλιου Καλιακάτσου. Τιμώ τη μνήμη του κορυφαίου φιλοσόφου με μια πικάντικη ιστορία στην οποία σκιαγραφούνται ανάγλυφα τα χούγια και τα ταλέντα του. Ο Αιμίλιος είχε κάποτε τη φαεινή να σκαρώσει ευρηματική φάρσα στον Τάκη, όπως τον ψιλόκοβαν οι φίλοι χαϊδευτικά. Ξετρύπωσε αδέσποτο δημώδες στιχούργημα του 1780 με τίτλο «Ορφέας και Ευρυδίκη». Το στοιχειοθέτησε εξαρχής με γραμματοσειρά που παρέπεμπε στον 18ο αιώνα και το τύπωσε σε πολυκαιρισμένο κιτρινισμένο χαρτί.
Κακοβούλως αντικατέστησε παντού το Ορφέας με το υποκοριστικό Τάκης, ενίοτε και Τακούλης χάριν της μετρικής. Ενώπιον απαρτίας της παρέας κάποιο βράδυ σε ταβέρνα δώρισε ως σπάνια αντίκα αντίτυπο στην Ευρυδίκη Παπάζογλου, έρωτα της ζωής του Κονδύλη, η οποία το απήγγειλε εν μέσω γενικής θυμηδίας. Καίτοι απ’ την Ηλεία, ο Τάκης το φύλαγε φαίνεται μανιάτικο. Μεσημεράκι στο βιβλιοπωλείο, έπειτα από μήνες, πρόσφερε στον Καλιακάτσο δώδεκα δακτυλογραφημένες σελίδες.
Η Μαρώ Ζάννου, χήρα του Σεφέρη, τις έδωσε σε κοινό τους γνωστό, μεταφραστή και επιστήθιο του Καστοριάδη, δικαιολόγησε την προέλευσή τους. Περιείχαν τάχα δέκα αδημοσίευτα ποιήματα του συζύγου της που ανακάλυψε αναπάντεχα στο υπόγειο. «Εχεις το ελεύθερο να τα αξιοποιήσεις όπως νομίζεις» κατέληξε. Ο εκδότης γνώρισε τον νομπελίστα πιτσιρικάς, όταν μαθήτευε στο Καλλιτεχνικό Τυπογραφείο των αδελφών Ταρασόπουλων στον Πειραιά. Οι συμβουλές του, μάλιστα, τον έκαναν να αγαπήσει και να διακριθεί στο επάγγελμα.
Στο πέρασμα των δεκαετιών επιμελήθηκε τυπογραφικά κάμποσες συλλογές του. Διάβασε και ξαναδιάβασε τους στίχους. Δεν άφηναν την παραμικρή αμφιβολία ότι ήταν γραμμένοι με την πένα του μεγάλου ποιητή. Τους έδειξε σε επιφανείς φιλολόγους, συστηματικούς μελετητές του έργου του. Ενθουσιάστηκαν και προσφέρθηκαν να τους προλογίσουν. Η προοπτική να εμπλουτιστεί ο κατάλογός του με ανέκδοτα του Σεφέρη τον πλημμύρισε με αλλόκοτη χαρά. Τον έτρωγαν, όμως, υποψίες βουνά. Ο Κονδύλης ήταν μανούλα του «μανιέρ ντε», καθώς αποκαλούν οι Γάλλοι την πειστική απομίμηση του ύφους σπουδαίων λογοτεχνών. Ο Τάκης εξομολογήθηκε ότι τα πονήματα είναι δικά του στο παρά πέντε της εκτύπωσης. Είχε ξεγελάσει, ωστόσο, δεκάδες ειδικούς. Ο Αιμίλιος μού ’ταξε να τα βρει στο αρχείο του. Τα χρωστάμε.
