Ο Φώντας έδινε ρέστα. Οποία γλαφυρότης! Τι οίστρος! Και φυσικά το τερμάτισε. Η αμφιβόλου εγκυρότητος Λαυρεντία Βαρδούκα σημείωνε εν κατακλείδι: «Ξενέρωτος το απόγευμα της επιούσης ο Νώντας, ανακοίνωσε στους επιτελείς του “Ποτ Πουρί” τις τελεσίδικες αποφάσεις του. Σκόπευε να δωρίσει τους υπάρχοντες πίνακες σε συναγωνιστές, αυστηρά έναν στον καθένα, υπό τον όρο να μην αλλάξουν χέρια στο μέλλον και να μην εκτεθούν δημοσίως ποτέ. Θα αφιέρωνε τη ζωή του εφεξής στην ταξική πάλη και την κραιπάλη. Οι υπεύθυνοι επιστράτευσαν θεούς και δαίμονες να τον μεταπείσουν, αλλά στάθηκε των αδυνάτων αδύνατον. “Τουλάχιστον να διαθέσουμε όσα ταμπλό έχουν προπληρωθεί, να καλυφθεί μέρος των εξόδων” πρότειναν ως έσχατη λύση. “Προσδιορίστε το ποσόν και θα το εξοφλήσω από την τσέπη μου σε λογικές δόσεις” ξεκαθάρισε σε τόνο που δεν άφηνε περιθώρια για αντιρρήσεις.
»Η καριέρα του εκκολαπτόμενου εικαστικού έληγε άδοξα. Εφταιγε το “ξίδι”, η διπολική του προσωπικότητα ή μήπως αυτή καθαυτή η εκ Κεφαλληνίας καταγωγή του αρκούσε να εξηγήσει τα αλλοπρόσαλλα φερσίματα; Ο μακαρίτης συνάδελφος Λύσανδρος Βρισιμτζόγλου είχε την τύχη να δει πέντε τον αριθμό αριστουργήματά του σε δωμάτια κοινών γνώριμων. Στο ανέκδοτο δοκίμιό του “Η καραμπίνα του Καραμπίνη” υπογραμμίζει: “Ο μύθος της τέχνης του αρμολογήθηκε σε τείχη έκλειψης, απαλοιφής, εξαφάνισης, γι’ αυτό φτάνει στα σύννεφα, αέρινος, άυλος και ταυτοχρόνως κυκλώπειος και απόρθητος. Η ζωγραφική του αναδεικνύει με την πρώτη ματιά το απόκοσμο, το μακάβριο, το σκοτεινό που απαυγάζει, παρά ταύτα, βαθιά εσωτερική λάμψη”. Θα επανέλθουμε. Παντοτινά δική σας, Λαυρεντία Βαρδούκα, 25/11/2017».
Τραβηγμένο απ’ τα μαλλιά το κείμενο, βασιζόταν στην αρχή «όσο πιο χοντρό είν’ ένα ψέμα τόσο πιο πιστευτό γίνεται». Το ’χαψαν οι πάντες, κι ας χρησιμοποιούσε ως πηγή δυο παντελώς άγνωστους κριτικούς τέχνης κι ένα αδημοσίευτο πόνημα. Πιάσ’ τ’ αβγό και κούρευ’ το, δηλαδή. Το έντυπο κυκλοφόρησε το απόγευμα της Παρασκευής 1η Δεκεμβρίου. Ασταμάτητα κουδουνίσματα του τηλεφώνου εκσφενδόνισαν απ’ το κρεβάτι, σωστό ελατήριο, τον Νώντα το μεσημεράκι του Σαββάτου. «Δεν ξέραμε τις κρυφές σου χάρες, βρε μπαγάσα» τον καλημέρισε στην άλλη άκρη της γραμμής ο Μπάμπης, συντρόφι στο Γκέτεμποργκ και τακτικός συμποσιαστής στις μετέπειτα πέριξ των Εξαρχείων αγρυπνίες.
Τον Βάγγο, συγκάτοικο στο Παρίσι την επίμαχη περίοδο, τον έτρωγε η απορία. «Πότε τα ’κανες όλα αυτά και δεν πήραμε πρέφα. Στο ίδιο σπίτι μέναμε. Το εξάμηνο που ’χα ’ρθει παράνομα στην Ελλάδα μεγαλούργησες, θηρίο;». Ο Καραμπίνης δεν ανθιζόταν γρυ, καθώς το περιοδικό δεν είχε πέσει στα χέρια του. Μετά την πέμπτη συνδιάλεξη πετάχτηκε για τσιγάρα στον Αχμέτ, τον Πακιστανό ψιλικατζή από κάτω, που προμηθευόταν στοίβες φρι πρες για τους εκλεκτούς πελάτες. Διάβασε το κομμάτι στο ασανσέρ, σκασμένος στα γέλια. «Πρόκειται για κάτι εντελώς προσωπικό, που δεν επιθυμούσα να διαρρεύσει» διαβεβαίωνε τους επόμενους. «Τη Δευτέρα καταθέτω αγωγή αποζημίωσης». (Συνεχίζεται)
