Με μαύρο κορακίσιο μαλλί, γραμμένο φρύδι, ανεπαίσθητα γαμψή γαλλική μυτούλα, χείλη ροδοπέταλα και χαρίεσσα θρουμπίτσα πάνω απ’ το δεξί λακκάκι, η Ελβίρα ξετρέλαινε τ’ αρσενικά. Τα αμυγδαλωτά, γαλαζοπράσινα, τσακίρικα μάτια της άναβαν φωτιές στην ψυχή και ξυπνούσαν ηφαίστειο την καύλα τους. Ανοιγε συνήθως παρτίδες με τουλάχιστον δέκα χρόνια νεότερους, κατά κανόνα απ’ την ευρύτερη περιφέρεια Πειραιώς και Νήσων. Ποιον να πρωτοθυμηθεί; Το ακράτητο αριστερό ελ του Ιωνικού, το ορμητικό μαναβάκι της Ιχθυόσκαλας, τον διάπυρο δόκιμο απ’ τον Αγιο Νείλο, τον υπέρθερμο ηλεκτροσυγκολλητή στη Ζώνη Περάματος ή τον φιλαφρόδιτο φοιτητή της Θεολογικής, που ισχυριζόταν πως συναντά τον Υψιστο στο μουνί της, γλείφοντάς το και γαμώντας το με μανία αρτιπροσήλυτου μουτζαχεντίν;
Ο Καραμπίνης σημάδευε τα πενήντα –δώδεκα χρονάκια τής έριχνε μίνιμουμ–, όταν μπουκάρισε αργά στο μαγαζί, παρέα με μούτρα της υψηλής διανόησης που αλλαξοπίστησαν όψιμα και θρησκεύονται στους ναούς της υποκουλτούρας. Αμπέχονα, Μοντγκόμερι, μαλλούρες και μούσια· άφθονες τρίχες κατσαρές, αν εννοείτε. Ο Νώντας ήταν ο μόνος με μουστάκι· αγέρωχο, παχύ και παλιομοδίτικο. Ξεχώριζε επίσης από την κοντοκουρεμένη, αραιή του κόμη. Εστίασε η Ελπινίκη στην πονεμένη, σαν αδέσποτου, πληγωμένου παιδιού έκφρασή του, που πάσχιζε να την κρύψει ματαίως το ονειροπαρμένο του ύφος. Οι υπόλοιποι την έγδυναν με τα μάτια, μα εκείνος δεν της έδινε καμιά σημασία. Φαινόταν απορροφημένος στη φλυαρία της ομήγυρης.
Η ηχορύπανση απ’ τα ηλεκτρικά όργανα του ’παιρνε τ’ αυτιά κι έσκυβε κάθε τόσο για ν’ ακούει. Η κουβέντα περιστρεφόταν γύρω απ’ την πρωταρχή του ντουνιά. Ενας την προσδιόρισε στον λόγο, άλλος στη μουσική, στον χορό τρίτος. «Εν αρχή ην το κιτς» αναφώνησε έτερος σε τόνο εκατοντάδων ξιπασμένων καρδιναλίων. Οπλισε ο Καραμπίνης το ζαλισμένο με ουίσκι τσερβέλο του και απέδωσε τα πάντα στη φιλία. «Τον αντρειωμένο μην τον κλαις όσο κι αν αστοχήσει. Αν αστοχήσει μια και δυο πάλι αντρειωμένος είναι. Πάντα ’ν’ η πόρτα του ανοιχτή κι η τάβλα του στρωμένη, χαροκοπούν οι φίλοι του» απήγγειλε στεντορείως, ενόσω η Ελβίρα μετέτρεπε το «Βουνό» του Νταράλα σε Ανδεις και Ιμαλάια. Εκανε ικανή παύση, απολαμβάνοντας με δέος τις συγκινησιακές κορυφώσεις, στις οποίες τον οδηγούσε η φωνή της.
«Νά ποιος είναι πραγματικά αντρειωμένος», αγόρευε ο Νώντας, καθώς η τραγουδίστρια καθόταν ανάμεσά τους στο διάλειμμα, προσκεκλημένη της συντροφιάς. «Αυτός που στρώνει τραπέζι να υποδεχτεί φίλους και περαστικούς», συνέχισε, χωρίς να την προσέξει σχεδόν. «Αυτός που προσφέρει τον εαυτό του στους άλλους, που βιώνει το εγώ σε αγαστή σύμπνοια με το εμείς. Ιδού ο γνήσιος επαναστάτης», έβαλε επιτέλους άνω τελεία. Τη γοήτευαν τα λόγια του, περισσότερο τη μάγευε, όμως, η αλήθεια που ανάβλυζε τρεκλίζουσα στα αβυθομέτρητα βάθη της ματιάς του. Γύρισε και την κοίταξε επιτέλους. «Πού μένεις;» ρώτησε απότομα. «Γιατί, αν επιτρέπεται;» έκανε αιφνιδιασμένη. «Για να ’ρθω να σε κλέψω καβάλα σε κάτασπρο άλογο». «Μορκεντάου με Καισαρείας γωνία. Νίκαια μεριά». (Συνεχίζεται)
ΥΓ. Κανονικά θα ’πρεπε να ευχηθώ καλό καλοκαίρι, καθώς αποχωρώ για παραθερισμό. Μαύρο κι άραχνο το καταντήσαμε, δυστυχώς, με τα διαχρονικά χάλια μας. Κυβερνώντες, δήμαρχοι, παρατρεχάμενοι, αλλά και πολίτες κάνουμε τα πάντα να φέρουμε την καταστροφή και με ελαφρότητα ρίχνουμε την ευθύνη στους άλλους. Και ξανά μανά την επόμενη φορά. Το ως άνω μουρλογράφημα, με το οποίο σας σκοτίζω τόσες μέρες τώρα, θα συνεχιστεί στα τέλη Αυγούστου. Ευπρόσδεκτες οι ιδέες σχετικά με την εξέλιξή του. Αμφίδρομη γραφή. Πώς αλλιώς;
