Ακουγα χθες τις καμπάνες να χτυπούν για τη γιορτή του Σωτήρος και από τα μεγάφωνα τη φωνή του ιερέα που μιλούσε στους πιστούς. Κουράγιο τούς έδινε και τη διαβεβαίωση ότι ο Κύριος είναι κοντά τους. Προσευχήθηκαν όλοι όσοι είχαν άγιο για τους αδικοχαμένους που τελικώς δεν είχαν. Αυτός ο άγιος, ο όποιος, έτσι χωρίς όνομα, βρίσκεται αυτές τις μέρες στα χείλη των ανθρώπων. Αλλος τον έχει, άλλος όχι και άλλος έπαψε να τον πιστεύει.
Οπως ο ναυτικός του ανέκδοτου:
Είναι ο θαλασσόλυκος κοντά έναν χρόνο ξέμπαρκος. Κάθε λίγο και λιγάκι πηγαίνει στον πολιούχο του νησιού άγιο Νικόλαο, στέκεται ευλαβικά μπροστά στην τεράστια εικόνα του, ανάβει κεράκια, προσκυνάει και τον παρακαλάει γονυπετής να τον βοηθήσει να μπαρκάρει. Του τάζει δίμετρες λαμπάδες, χρυσά αναθήματα, τον φιλάει… Η ανεργία όμως συνεχίζεται με αποτέλεσμα ο ναυτικός σταδιακά να χάνει την υπομονή του και την πίστη του. Είδε κι απόειδε ότι ο άγιος δεν καταλαβαίνει από λόγια και παρακάλια και περνάει σε απειλητική… παράκληση. Στέκεται θυμωμένος μπροστά στο εικόνισμα και του λέει (του αγίου): «Λοιπόν, άγιε μου Νικόλα, αν σε μια βδομάδα δεν βρω καράβι να φύγω, τότε θα έρθω και θα σε σπάσω, κομμάτια θα σε κάνω. Τέρμα τα ψέματα. Νισάφι».
Ο ιερέας του ναού, εκεί πίσω από την Ιερά Τράπεζα, τον ακούει και σκιάζεται. «Ωρες είναι να κάνει τίποτα αυτός ο παλαβός και πάνε τα αφιερώματα στον άγιο», σκέφτεται. Ετσι, προς το τέλος της βδομάδας-διορίας, μαζεύει τη χρυσοποίκιλτη μεγάλη εικόνα και στη θέση της βάζει μια μικρούλα με τον άγιο Νικόλαο.
Ο ναυτικός, που εν τω μεταξύ δεν βρήκε να μπαρκάρει, κρατάει τον λόγο του: με το τσεκούρι ανά χείρας μπουκάρει στον ναό, πάει προς το εικόνισμα, το βλέπει έτσι μικρό, γυρίζει το μάτι του. Εξαγριωμένος, με το χέρι στη μέση και με το άλλο να κραδαίνει το τσεκούρι, με το κορμί να τραντάζεται και με τα φρύδια να στάζουν ειρωνεία, ρωτάει: «Νικολάκη, πού ‘ν’ ο μπαμπάς σ’;».
Παρεμπιπτόντως, πώς να περιγράψεις με λέξεις το ύφος και τη στάση του σώματος, το πείσμα των χειλιών τη στιγμή που λέει αυτό το ανέκδοτο ο Γιάννης Ταρσούδης;
