«Υπάρχει το ΝΑΤΟ, το Ηνωμένο Βασίλειο […] και υπάρχει και ο Πούτιν. Ειλικρινά ο Πούτιν θα μπορούσε να είναι το πιο εύκολο από όλα. Ποιος θα το πίστευε;» δήλωσε ο πρόεδρος Τραμπ λίγο πριν πετάξει για την ευρωπαϊκή ακτή του Ατλαντικού.
Και η απάντηση του προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Ντόναλντ Τουσκ, ήταν: «Αγαπητή Αμερική, να εκτιμάς περισσότερο τους συμμάχους σου, στο κάτω κάτω δεν έχεις και τόσους πολλούς».
Οι δύο αυτές δηλώσεις, ανεξάρτητα από τη διαφορά πολιτικής ισχύος των δύο προσώπων, μπορούν να συνοψίσουν όλη την ουσία της πολιτικής «επιδρομής» του Τραμπ στο ΝΑΤΟ και την Ευρώπη.
Οι συζητήσεις στο ΝΑΤΟ είναι δύσκολες γιατί είναι πολύ δύσκολο να πείσεις κάποιον, ιδιαίτερα έναν αμυντικό οργανισμό, να «πεθάνει».
Για τον Τραμπ και την αμερικανική πολιτική και οικονομική ελίτ η σημερινή δομή και ο χαρακτήρας του ΝΑΤΟ δεν είναι χρήσιμοι. Η αύξηση της ρωσικής ισχύος και η απειλή που αυτή δημιουργεί δεν έχει συστημικό χαρακτήρα.
Με άλλα λόγια, ο ρωσικός αναθεωρητισμός δεν απειλεί άμεσα την αμερικανική πρωτοκαθεδρία σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά έχει περιφερειακό χαρακτήρα στην Ευρώπη και τη Δυτική Ασία.
Η απάντηση λοιπόν του Τραμπ είναι ότι αν οι περιφερειακές δυνάμεις της Ευρώπης (Γερμανία, Γαλλία και Βρετανία) θεωρούν ότι απειλούνται από τη Ρωσία, ας εξοπλιστούν για να την αντιμετωπίσουν.
Δεν μπορούν όμως να τη θεωρούν απειλή και την ίδια στιγμή να κάνουν κολοσσιαίες εμπορικές συναλλαγές με τη Μόσχα.
Ο Τραμπ ξεχνά βέβαια ότι ο βασικός κανόνας της δημιουργίας του ΝΑΤΟ είναι ότι οι ΗΠΑ προστατεύουν τις ευρωπαϊκές χώρες και αυτές αναγνωρίζουν την παγκόσμια ηγεμονία της Ουάσινγκτον. Αυτό ακριβώς θύμισε ο Ντόναλντ Τουσκ στον Αμερικανό πρόεδρο.
Ομως, στις σημερινές συνθήκες οικονομικού και πολιτικού ανταγωνισμού, οι κανόνες που δημιουργήθηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, είτε στο πλαίσιο του ΟΗΕ είτε στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, δεν ικανοποιούν πλέον τα συμφέροντα των ΗΠΑ.
Το πρόβλημα δεν είναι τόσο η απροθυμία των Γερμανών ή των Γάλλων να αυξήσουν σημαντικά τις αμυντικές δαπάνες, αλλά η αντίληψη της Ουάσινγκτον ότι κάτω από την ασφάλεια της αμερικανικής στρατιωτικής ομπρέλας οι Ευρωπαίοι, και κυρίως οι Γερμανοί, έχουν την άνεση να ανταγωνιστούν σκληρά την αμερικανική οικονομία, κάτι που δεν συνέβαινε μέχρι τη δεκαετία του 1990.
Ο Τραμπ δεν προσήλθε στην σύνοδο του ΝΑΤΟ για να επιτύχει μια συμφωνία για τις αμυντικές δαπάνες μέσα από εντατικές διαπραγματεύσεις και συμβιβασμούς.
Ηρθε για να δημιουργήσει σύγχυση και αβεβαιότητα, γι’ αυτό και οι δηλώσεις του για την έκβαση του συνόδου ήταν εκτός τόπου και χρόνου.
Ξέρει καλά ότι η αβεβαιότητα θα φέρει οπωσδήποτε αλλαγές. Συνεπώς, παραφράζοντας τον «Γατόπαρδο», για να μείνει η αμερικανική ηγεμονία ως έχει, πρέπει να αλλάξουν τα πάντα, δηλαδή οι κανόνες του ΝΑΤΟ και γενικότερα των σχέσεων της Αμερικής με τους δυτικούς συμμάχους.
Την ίδια στιγμή η αναφορά του Τραμπ στη Βρετανία έχει ιδιαίτερη σημασία, όχι μόνο λόγω της επίσκεψης που πραγματοποίησε.
Μετά τον Ρέιγκαν και τον Κλίντον, ο Τραμπ είναι ο πρόεδρος που ασκεί ιδιαίτερη ιδεολογική επιρροή στην Ευρώπη. Η προεδρία Τραμπ και η υποστήριξή της στη σκληρή αντιμετώπιση του μεταναστευτικού, τον οικονομικό προστατευτισμό, την αποστροφή της προς τα κοινωνικά δικαιώματα, την αδιαφορία ή και τη δυσφορία της για τους διεθνείς κανόνες και τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις δημιουργούν μια ισχυρότατη πλατφόρμα για τη στήριξη των θιασωτών της σκληρής αντι-ευρωπαϊκή γραμμής στη Βρετανία και την πολιτικο-ιδεολογική τροφοδότηση των ακροδεξιών κυβερνητικών κομμάτων και προσωπικοτήτων στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη.
Οπως ο Ρέιγκαν με τα νεοφιλελεύθερα ριγκανόμικς και την ψυχροπολεμική ένταση έδωσε τρομερή ώθηση στη Θάτσερ και τον θατσερισμό και όπως ο Κλίντον στήριξε τον τρίτο δρόμο των «νεο-εργατικών» του Τόνι Μπλερ, έτσι σήμερα ο Τραμπ αποτελεί την πολιτικο-ιδεολογική βάση για τους υποστηρικτές του σκληρού Brexit και την πολιτική πυγμής εναντίον των μεταναστών.
Η υπονόμευση της Βρετανίδας πρωθυπουργού και της Γερμανίδας καγκελαρίου δεν οφείλονται μόνο στη διάσταση απόψεων για το ΝΑΤΟ, αλλά και σε μια προσπάθεια πολιτικής και ιδεολογικής αποσταθεροποίησης μιας Κεντροδεξιάς ή Δεξιάς που δεσμεύεται ακόμη από το μεταπολεμικό κανονιστικό πλαίσιο.
Η συνάντησή του με τον Πούτιν [όταν γράφονταν αυτές οι γραμμές δεν είχε ακόμα πραγματοποιηθεί] είναι σαφώς πιο εύκολη, όχι γιατί ο Ρώσος πρόεδρος είναι εύκολος αντίπαλος, αλλά γιατί μιλούν την ίδια γλώσσα.
Θεωρούν την ωμή ισχύ ως το πιο αποτελεσματικό διαπραγματευτικό χαρτί και δυσφορούν με τα διεθνή κανονιστικά πλαίσια και τα κοινωνικά δικαιώματα.
Βασικό στοιχείο των συνομιλιών θα είναι κατά πόσο μπορεί να υπάρξει μια συνεννόηση Μόσχας-Ουάσινγκτον για το Ιράν.
Η Ρωσία, παρά την τακτική συνεργασία της με το Ιράν για τη διάσωση του καθεστώτος Ασαντ στη Συρία (κάτι που έχει ήδη επιτευχθεί σύμφωνα και με αμερικανικές αναλύσεις), δεν συμμερίζεται τις βλέψεις του Ιράν για ηγεμονία στη Μέση Ανατολή, ούτε επιθυμεί τη διατήρηση ενός μετώπου Ιράν-Συρίας-Χεζμπολάχ, το οποίο θα στρέφεται εναντίον του Ισραήλ.
Η Μόσχα διατηρεί πολύ καλές σχέσεις με το Τελ Αβίβ και προσπαθεί να αποφύγει τριβές με τη Σαουδική Αραβία.
Από την άλλη το τίμημα για μα τέτοια συνεννόηση μπορεί να είναι πολύ υψηλό έως απαγορευτικό για την Ουάσινγκτον, ιδιαίτερα αν περιλαμβάνει το ζήτημα της Ουκρανίας.
Η σύγχρονη δυτική μετα-αφήγηση παρουσίαζε έναν κόσμο που θα συνέκλινε σε ένα και μοναδικό σύστημα διακυβέρνησης και ένα οικονομικό σύστημα: παγκόσμια φιλελεύθερη δημοκρατία και ελεύθερη αγορά με ευημερία για όλους.
Η μετα-αφήγηση αυτή κατεδαφίζεται με γρήγορους ρυθμούς.
Ο Τραμπ δεν έρχεται για να χτίσει μια νέα. Ερχεται να καθαρίσει τα «υλικά κατεδάφισης» και να ελευθερώσει τον χώρο για τις πραγματικές δομικές αλλαγές στο παγκόσμιο σύστημα.
*Αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών, www.cemmis.edu.gr
