Σαν είσαι μικρός, κάπως δικαιολογείται. Τα λίγα χρόνια σου μέσα στα πολλά του κόσμου τούτου δικαιολογούν τις μυριάδες απορίες σου για τα πώς και τα γιατί και τα γιατί έτσι και όχι αλλιώς όσων προηγήθηκαν εσού στον κόσμο τούτο. Οταν όμως μεγαλώνεις, κάπως σαν να ψιλοδυσκολεύεσαι να εκφράσεις παρόμοιες απορίες. Σαν να πρέπει να ξέρεις τα πάντα, αν όχι τα πάντα, πολλά, πάρα πολλά, πολύ περισσότερα από τους υπόλοιπους που και αυτοί δεν είναι ακριβώς «υπόλοιποι» αλλά «υπόλοιπα». Υπόλοιπα λογαριασμών (συναισθηματικών κυρίως), σχέσεων (επαγγελματικών κατά βάση), σκέψεων (αορίστων κατά βούληση).
Η ανταγωνιστική οικονομία του σύγχρονου, παγκόσμιου καπιταλισμού (του οποίου είμαστε όλοι μέλη, αν έχει κάποιος κάποια ψευδαίσθηση επί τούτου) απαιτεί να έχεις τις απαντήσεις. Να τις προ-έχεις μάλιστα. Να ξέρεις, πριν σε ρωτήσουν. Να γνωρίζεις, προτού σου μιλήσουν. Να είσαι, χωρίς να χρειαστεί να σε κάνουν. Απαντήσεις, ναι. Ερωτήσεις, όχι.
Η αλήθεια είναι πως βιώνουμε έναν ιδιότυπο για την εποχή τύπο μεσαιωνικού κομμουνισμού. Ή μάλλον, νεομεσαιωνικού μετακομμουνισμού, για να είμαστε συμβατοί με τις εκφράσεις της μετανεωτερικότητας. Πάντως, ο παρονομαστής όλων είναι κοινός: Γνώριζε και μη ερεύνα.
Τουτέστιν. Μη ρωτάς. Μη μας ζαλίζεις, ρε φίλε, με τα «πώς» και τα «γιατί». Τα «γιατί έτσι και όχι αλλιώς». Μην κάνεις σαν πεντάχρονο. Δεν σου έμαθαν πως της απορίας απόρροιες καταστρεπτικές εισίν;
Η «ερώτηση» τόσο ως έννοια όσο και ως μέσο είναι πλέον τόσο «εκτός ατζέντας» (μιλάω πάντα με όρους αγοράς, σύγχρονους δηλαδή) που τείνει να καταντήσει απολίθωμα του εαυτού της. Παλαιολιθικό κατάλοιπο μιας εποχής σχεδόν επαναστατικής. Βρε λες οι σύγχρονες επαναστάσεις να γίνουν απλά… ρωτώντας;
Πώς θα ήταν άραγε αν ρωτούσαμε συνέχεια; Οχι σαν κακομαθημένα παλιόπαιδα που απλά θέλουν να προκαλέσουν ζάλη στους γύρω τριγύρω, αλλά σαν ενεργά πνεύματα (το παιδικά το κρατάμε) που επιθυμούν να… Οχι «να». Που επιθυμούν. Σκέτο.
Η επιθυμία από μόνη της είναι το πρώτο πράγμα που κάθε συντηρητικό σύστημα αναγνωρίζει πως πρέπει να υποτάξει, έως και να εξαφανίσει, αν θέλει να μακροημερεύσει. Διότι η επιθυμία κινητοποιεί. Και αναρωτιέται. Και δοκιμάζει. Και, κυρίως, προσωποποιεί. Ξεχωρίζει. Διακρίνει.
Σ’ έναν ομογενοποιημένο κόσμο όμως, ανόρεχτο και αν-ερωτηματικό (έως και αν-ερωτικό), οι διακρίσεις αφορούν μόνο τους μετανάστες. Τους μαύρους, τους γκέι, τους «άλλους». Πάντως, όχι εμάς. Γιατί εμείς, βλέπεις… ξέρουμε.
