«Ηρωας. Πατριώτης. Ανθρωπος της τιμής και του καθήκοντος. Ενας σπουδαίος Αμερικανός». Ολα αυτά ήταν σύμφωνα με τις νεκρολογίες των επωνύμων και των ΜΜΕ ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής της Αριζόνα, Τζον Μακέιν, και υποψήφιος για το προεδρικό αξίωμα το 2008, ο οποίος πέθανε τα ξημερώματα του Σαββάτου από καρκίνο.
Αν είσαι από αυτούς που πιστεύουν ότι καλός Αμερικανός είναι αυτός που υποστηρίζει στρατιωτικές επεμβάσεις σε ξένες χώρες για να τις «σώσει» από διάφορους «κακούς» και να τους επιβάλει με το έτσι θέλω τις υψηλές αμερικανικές «αξίες», ασχέτως αν στον δρόμο προς τη σωτηρία ισοπεδώνονται πόλεις ολόκληρες και σκοτώνονται ή σακατεύονται χιλιάδες άμαχοι, τότε ο Μακέιν είναι ο άνθρωπός σου. Αν δεν εμπίπτεις στην παραπάνω κατηγορία, θα δεις τον μακαρίτη πολιτικό ως έναν κλασικό δεξιό μιλιταριστή.
Μια μιλιταριστική επέμβαση εξάλλου του έδωσε τον τίτλο του ήρωα, όταν το αεροπλάνο του καταρρίφθηκε από τους Βιετκόνγκ και ο ίδιος συνελήφθη και παρέμεινε σε φυλακή του Βιετνάμ επί πέντε χρόνια.
Σε αντίθεση με άλλους Αμερικανούς που έζησαν τη φρίκη του πολέμου, ο Μακέιν δεν άλλαξε γνώμη για τους «καλούς» πολέμους των ΗΠΑ. Γιος και εγγονός ναυάρχων, παρέμεινε στο πολεμικό ναυτικό ώς το 1981 και ύστερα έβαλε πλώρη για τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία, όπου έχτισε τη φήμη του «γερακιού».
Υπήρξε ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές και των δύο επεμβάσεων των δύο Μπους στο Ιράκ, αργότερα της άλλης «σωτήριας» επέμβασης στη Λιβύη, ενώ στον εμφύλιο της Συρίας πήρε ανοιχτά το μέρος της αντιπολίτευσης χωρίς να υπολογίσει ότι μέσα σε αυτή κρύβονταν και οι μετέπειτα εχθροί του ISIS.
Οι ευθύνες
Ο Μακέιν, κοψιά κλασικού Ρεπουμπλικανού, τα έβαλε με τον λαϊκισμό που άρχισε να παίρνει το πάνω χέρι στο κόμμα του, ωστόσο ο ίδιος δεν είναι άμοιρος ευθυνών.
Το 2008, όταν κέρδισε το χρίσμα του υποψήφιου για την προεδρία (στην πρώτη του απόπειρα το 2000 είχε χάσει από τον Τζορτζ Μπους Β’), επέλεξε για υποψήφια αντιπρόεδρο μια ημίτρελη, γραφική ακροδεξιά, τη Σάρα Πέιλιν, μια θηλυκή εκδοχή του Τραμπ, αλλά χωρίς τα εκατομμύριά του, προσβλέποντας στις ψήφους των ακραίων Ευαγγελικών.
Τελικά άνοιξε με μπουλντόζα τον δρόμο για τη σταδιακή άλωση του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος από τους ακραίους τού Tea Party, η οποία κατ’ επέκταση έστρωσε τον δρόμο για τη νίκη του Ντόναλντ Τραμπ.
Ο Μακέιν ωστόσο είχε και κάποιες θετικές πλευρές. Στην προεκλογική του εκστρατεία, όταν η τρομοϋστερία της εποχής Μπους βρισκόταν στο αποκορύφωμά της, αρνήθηκε να παίξει βρόμικα κατά του Μπαράκ Ομπάμα υιοθετώντας συνωμοσιολογικές θεωρίες που τον ήθελαν Αραβα, κρυπτομουσουλμάνο κ.λπ.
Τάχθηκε κατά των βασανιστηρίων, τα οποία είχε υποστεί και ο ίδιος κατά την κράτησή του στο Βιετνάμ, και υποστήριξε τη δημοσιοποίηση της έκθεσης της Γερουσίας για τα βασανιστήρια που χρησιμοποίησε η CIA την περίοδο του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας».
Συμβιβαστής
Οι αντίπαλοί του από το Δημοκρατικό Κόμμα τού αναγνωρίζουν ότι σε αρκετά ζητήματα επιχειρούσε την εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης εξοργίζοντας συχνά τους ομοϊδεάτες του.
Τα δύο τελευταία χρόνια μάλιστα έγινε ένας από τους πιο σημαντικούς εσωκομματικούς επικριτές του Τραμπ σε μια σειρά θεμάτων, από το διάταγμα απαγόρευσης εισόδου σε πολίτες από έξι μουσουλμανικές χώρες και την εν γένει (αντι)μεταναστευτική πολιτική του μέχρι τις απόπειρές του να ξηλώσει το Obamacare, τη μεταρρύθμιση υγείας του Μπαράκ Ομπαμα.
Στα τελευταία του ο Τζον Μακέιν, ένα κλασικό αμερικανικό «γεράκι», έφτασε να μοιάζει λογικός σε σύγκριση με τον ανερμάτιστο, απρόβλεπτο και ανοιχτά ρατσιστή και σεξιστή πρόεδρο των ΗΠΑ.
Κι αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό κομμάτι της όποιας πολιτικής του κληρονομιάς.
