Η Λαυρεντία Βαρδούκα, τεχνοκριτικός και επιστολογράφος της στήλης του Καραμπέση, αναφερόταν ενδελεχώς στη μία και μόνη έκθεση του Καραμπίνη. Παρίσι, 1971: «Τα εγκαίνια προγραμματίστηκαν στις αρχές Απριλίου. Το φωτοστέφανο του αντιστασιακού που περιέβαλλε τον ζωγράφο σε συνδυασμό με τα θετικά δείγματα γραφής είχαν προκαλέσει ήδη διεθνώς κάποια αίσθηση. Οι διοργανωτές επιδίδονταν σε αγώνα δρόμου προκειμένου να προσελκύσουν παράγοντες της σύγχρονης τέχνης από παντού στην Υφήλιο. Περί τα μέσα Μαρτίου επικύρωσαν την άφιξή τους γκαλερίστες και συλλέκτες από Οτάβα, Νέα Υόρκη, Λος Αντζελες, Γουαδαλαχάρα, Βαλπαραΐσο, Μπουένος Αϊρες, Κέιπ Τάουν, Σανγκάη, Σιγκαπούρη, Μελβούρνη, Οκλαντ και δεκάδες ευρωπαϊκές πόλεις. Η αφρόκρεμα. Χωρίς να πάψει να εργάζεται στο νεκροτομείο, ο Νώντας ξαγρυπνούσε πίνοντας πλάι στους μουσαμάδες του, σχεδόν κάθε βράδυ μετά την Πρωτοχρονιά, με ακόρεστη δημιουργικότητα.
»Η μεγάλη μέρα έφτασε κάποτε. Εννοείται πως την παραμονή δεν κοιμήθηκε. Καλλιγραφούσε τις τελικές πινελιές στα εκθέματα, παρέα με άφθονο ουίσκι της αρεσκείας του. Εμφανίστηκε στην αίθουσα τα πρώτα χαράματα. Διόρθωνε ολημερίς τις θέσεις των πινάκων και τον φωτισμό με τη φιάλη ανά χείρας. Αποκοιμήθηκε κάνα-δυο ωρίτσες σε άβολο πάγκο. Τον ξύπνησε ο Ντομινίκ κατά τις πεντέμισι. Είχε προνοήσει να του φέρει φαγητό, αλλά δεν κατέβαινε μπουκιά απ’ το στρες. Στράγγισε την μποτίλια κι έβαλε το κεφάλι κάτω απ’ τη βρύση να στυλωθεί. Τι τα ’θελε τα μεγαλεία, αναρωτιόταν. Ηταν αυτός για τέτοια;
»Κατά τις εξίμισι αριβάριζαν οι προσκεκλημένοι. Τους υποδεχόταν με τακτ, εξακολουθώντας να πίνει, τον απωθούσε ωστόσο ο τρόπος και το ύφος των περισσότερων. Ολο δηθενιά και ψευτιά. Μαλλί, γυαλί και κώλος φινιστρίνι. Στις επτά και δέκα όρθιοι οι ομιλητές επαινούσαν τη δουλειά του. Επειτα το ετερόκλητο πλήθος διασκορπίστηκε κάτω απ’ τα έργα, μασουλώντας καναπεδάκια και φτύνοντας αηδιαστικά πάρθια βέλη. Αισθάνθηκε, λες, εγκλωβισμένος σε ποντικοφωλιά, ανάμεσα σε αποκρουστικούς αρουραίους. Ανοιξε κι άλλο μπουκάλι, κατεβάζοντας απνευστί ηγεμονική ρουφηξιά. Μπλαζέ Νεοϋορκέζος πορνόγερος άφηνε δηλητηριώδεις υπαινιγμούς για τη δικτατορία και τους τριτοκοσμικούς αιθεροβάμονες Ελληνες που την προκάλεσαν. Είχε πιει τ’ άντερά του, ώσπου τα ’νιωσε ν’ ανεβαίνουν στον οισοφάγο και να τον πνίγουν. Πλησίασε τον Αμερικάνο και τον έλουσε στα ξερατά.
»Ουρλιάζοντας εν εξάλλω κατόπιν, αξίωνε απ’ το κοινό να του δίνει με πειραιώτικης κοπής γαλλικά. Εκνευριστικά στάσιμη η πλειονότης, τον κοιτούσε αποσβολωμένη. Εβγαλε τότε την ψωλή του, εκτοξεύοντας τα κάτουρα προς πάσα κατεύθυνση. Οι άνδρες ασφαλείας εκκένωσαν τον χώρο για να ηρεμήσουν τα πνεύματα. Η κάπως ανοίκεια συμπεριφορά του θεωρήθηκε από πολλούς ιδιοτροπία εφάμιλλη των μεγάλων δημιουργών, ερμηνεία που απογείωσε τις μετοχές του. Προθυμοποιήθηκαν ορισμένοι την επαύριο να αγοράσουν έργα του, ιδίως τα πιτσιλισμένα με εμετούς, στη διπλάσια απ’ την τιμή καταλόγου. Πολύ αργά, όμως». (Συνεχίζεται)
