ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Αντα Ψαρρά
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Κατατέθηκε τελικά χθες στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) η προσφυγή με αίτημα και στόχο την ακύρωση της συμφωνίας που υπεγράφη στις Πρέσπες.

Η πρόθεση αυτή είχε ήδη διαφανεί από την πρόσφατη εκδήλωση στα γραφεία της ΕΣΗΕΑ (Ενωση Συντακτών Ημερήσιων Εφημερίδων Αθηνών), όπου κλήθηκαν δικηγόροι από τον «Φορέα Ανένδοτου Αγώνα για τη Μακεδονία» προκειμένου να διερευνήσουν τον τρόπο διατύπωσης της προσφυγής στο ΣτΕ.

Μεταξύ των νομικών «ήταν ο συνταγματολόγος Γιώργος Κασιμάτης και οι: Αριάδνη Νούκα, Αναστάσιος Καραΐσκος και Πέτρος Χασάπης» (in.gr).

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα και τα ρεπορτάζ ραδιοτηλεοπτικών μέσων, ο Γ. Κασιμάτης δήλωσε ότι «η συμφωνία είναι άκυρη νομικά και κατά το Διεθνές Δίκαιο και κατά το Σύνταγμά μας», ενώ η Αριάδνη Νούκα ανέλυσε τους εφτά(!) λόγους που καθιστούν τη συμφωνία Τσίπρα – Ζάεφ άκυρη.

Επιπλέον, οι νομικοί ανέφεραν χαρακτηριστικά ότι είναι εφικτό «αξιοποιώντας την κρίση ισχυρής μειοψηφίας σε δύο αποφάσεις του ΣτΕ, βάσει της οποίας όταν από την οποιαδήποτε κυβερνητική πράξη προσβάλλονται ατομικά δικαιώματα, δηλαδή αντανακλώνται συνέπειες σε ατομικά δικαιώματα, τότε υπάρχει έννομο συμφέρον έτσι ώστε ο προσβληθείς να προσφύγει δικαστικά».

Πράγματι, το ΣτΕ σε συγκεκριμένες ολομέλειες στις οποίες επαναβεβαίωσε την πλήρη αναρμοδιότητά του σε ζητήματα εξωτερικής (και όχι μόνο) πολιτικής, κατέγραφε και το σκεπτικό της μειοψηφίας που διατύπωνε προβληματισμό «αποκλειστικά και μόνο σε ζητήματα οικονομικών διεκδικήσεων ενός πολίτη από αλλοδαπό κράτος» και μάλιστα μόνο στην περίπτωση που η διεκδίκηση δεν αφορούσε δημόσια περιουσία του κράτους αυτού.

Είναι εύστοχο και κατατοπιστικό το άρθρο του καθηγητή Κώστα Μπέη που, ενώ κατανοούσε τα ατομικά δικαιώματα (οικονομικής φύσεως) που πιθανόν θίγονται -πράγμα που καθιστά εύλογες παρόμοιες προσφυγές-, εντούτοις ο ίδιος κατέληγε με σαφήνεια στο ότι η δημόσια περιουσία της κάθε χώρας (συγκεκριμένα αφορούσε την περιουσία του Ινστιτούτου Γκέτε) είναι ακατάσχετη και αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει στην εκτελεστική εξουσία.

Η «Εφ.Συν.» επικοινώνησε με δικαστικές πηγές του ΣτΕ και κατέγραψε τις απόψεις αλλά και τις σχετικές αποφάσεις που σχετίζονται ακριβώς με αυτά τα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής.

Σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 95), το ΣτΕ ασκεί έλεγχο ακυρότητας κατά διοικητικών αρχών αποκλειστικά σε εκτελεστές διοικητικές πράξεις.

Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 45 παρ. 5 του Προεδρικού Διατάγματος 18/1989 που αφορά την κεντρική νομοθεσία για το ΣτΕ, οι κυβερνητικές πράξεις δεν υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο.

«Δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως οι κυβερνητικές πράξεις και διαταγές, που ανάγονται στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας».

Ξεκάθαρη νομολογία

Πέρα όμως από τις σαφείς αυτές διατάξεις, η νομολογία έχει ήδη αποφανθεί για το γεγονός ότι οι διεθνείς σχέσεις της χώρας καθορίζονται από την εκτελεστική εξουσία.

◼ Η απόφαση 3255/1967 σχετικά με την αίτηση ακύρωσης της Συμφωνίας της Ζυρίχης (του 1959) που προέβλεπε την ίδρυση ανεξάρτητου Κυπριακού Κράτους και στρεφόταν κατά του υπουργού Εξωτερικών απερρίφθη από το ΣτΕ: «Δεδομένου ότι διεθνείς συμβάσεις δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο ακυρωτικής δίκης […]»

◼ Η απόφαση 4156/2000 του Δ’ τμήματος του ΣτΕ σχετικά με την αίτηση του Π.Μ. κατά των: 1) Πρωθυπουργού και 2) Υπουργού Εθνικής Αμυνας ήταν επίσης απορριπτική. Με την αίτηση αυτή ο Π.Μ. ζητούσε να ακυρωθεί «η παράλειψη της συνταγματικής απαγόρευσης υποδοχής, διαμονής και διέλευσης ξένης στρατιωτικής δύναμης επιθετικού-εγκληματικού χαρακτήρα στην και από την ελληνική επικράτεια (αφορούσε τη διέλευση δυνάμεων του ΝΑΤΟ από την Ελλάδα το 1999 όταν έγιναν οι βομβαρδισμοί της Σερβίας)». Το ΣτΕ έκρινε ότι: «Οι πράξεις αυτές, ως αναγόμενες στη διαχείριση των διεθνών σχέσεων της χώρας, είναι κυβερνητικές, […] και, επομένως, δεν υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας».

Η πάγια αυτή στάση του ΣτΕ για πράξεις που αφορούν την εκτελεστική εξουσία, η οποία ευθύνεται για τις διεθνείς σχέσεις της χώρας, ποτέ δεν διαταράχτηκε, ακόμα και σε περιπτώσεις που το αντικείμενο των αιτήσεων ακυρότητας αφορούσε ατομικά δικαιώματα οικονομικού χαρακτήρα. Συγκεκριμένα, άτομα ή σύνολο πολιτών διεκδικούσαν οφειλές από το Δημόσιο άλλων κρατών. Σε αυτές τις περιπτώσεις και πάλι υπάρχει ειδική νομοθετική διάταξη που προβλέπει ότι «αναγκαστική εκτέλεση κατά αλλοδαπού δημοσίου δεν μπορεί να γίνει χωρίς προηγουμένη άδεια του Υπουργού Δικαιοσύνης».

Διεκδικήσεις ξένων κρατών

Δύο αποφάσεις Ολομελειών του ΣτΕ το 2006 (3669/2006) και το 2007 (22/2007) απέρριψαν αιτήματα ακυρότητας για διεκδικήσεις από το γερμανικό και το ιρακινό Δημόσιο, αντίστοιχα, κρίνοντας ότι και εδώ κυριαρχούσε η απόφαση της εκτελεστικής εξουσίας και ειδικότερα του υπουργού Δικαιοσύνης.

«Αποκλειστικός δε σκοπός της θεσπίσεως της διατάξεως αυτής είναι, κατά την προφανή έννοιά της, να παρασχεθεί στον Υπουργό Δικαιοσύνης η εξουσία εκτιμήσεως της σκοπιμότητας της επισπεύσεως αναγκαστικής εκτελέσεως κατά του αλλοδαπού δημοσίου με κριτήριο τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει η λήψη των μέτρων αυτών στις ομαλές σχέσεις της Χώρας με το εν λόγω κράτος».

◼ (2006) Η απόφαση της Ολομέλειας αφορούσε αίτημα πολιτών του Διστόμου που ζητούσαν να ακυρωθεί η άρνηση της Διοικήσεως να ικανοποιήσει το δικαίωμα προσφυγής των κατοίκων να αποζημιωθούν από το γερμανικό Δημόσιο για τους συγγενείς τους-θύματα της ναζιστικής θηριωδίας. Η Ολομέλεια του ΣτΕ αποφάσισε ότι απορρίπτει το αίτημα διότι με τις πράξεις αυτές δεν ασκούνται διοικητικές αρμοδιότητες αλλά αντιμετωπίζονται από τα ανώτατα όργανα του κράτους ζητήματα πολιτικής φύσεως που ανάγονται σε υψίστης σημασίας ζητήματα για τη χώρα. «Επομένως, από τη φύση τους οι πράξεις αυτές δεν μπορούν να υπάγονται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, διότι άλλως ο έλεγχος αυτός θα υπεισήρχετο ανεπίτρεπτα σε πεδίο αμιγώς πολιτικών εκτιμήσεων, που εκφεύγει από το πεδίο του ασκουμένου από το Συμβούλιο της Επικρατείας ακυρωτικού ελέγχου»

Στη συγκεκριμένη απόφαση και στο σκεπτικό της μειοψηφίας, στο οποίο φαίνεται να προσανατολίζονται όσοι με την τωρινή προσφυγή επικαλούνται ατομικά δικαιώματα, πουθενά δεν αμφισβητεί την αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας στην άσκηση εξωτερικής πολιτικής.

◼ (2007) Η «προσβαλλόμενη απόφαση του υπουργού Δικαιοσύνης, με την οποία απερρίφθη το αίτημα του αιτούντος, να του χορηγηθεί άδεια, προκειμένου να επισπεύσει την αναγκαστική εκτέλεση επί ακινήτου του ιρακινού Δημοσίου, κατ’ επίκληση λόγων πολιτικών, ως κυβερνητική πράξη, δεν υπόκειται σε αίτηση ακυρώσεως και, για τον λόγο αυτό, η υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη».