Νέα απάντηση στη χθεσινή ομιλία του Μπενιαμίν Νετανιάχου που υποστήριξε σε «βασίστηκε στα ψέματα» η πυρηνική συμφωνία με την Τεχεράνη έδωσε η ίδια τονίζοντας ότι οι κατηγορίες του είναι έργο «ενός αμετανόητου ψεύτη, που έχει στερέψει από ιδέες».
Το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών σημείωσε ότι οι «κοινότοποι, αδιάφοροι και ντροπιαστικοί» ισχυρισμοί είναι αυτές «σιωνιστών ηγετών που δεν βλέπουν άλλα μέσα για να διασφαλίσουν την επιβίωση του παράνομου καθεστώτος τους παρά να απειλούν άλλους χρησιμοποιώντας ένα ανακυκλωμένο κόλπο».
«Ο Νετανιάχου και το διαβόητο σιωνιστικό καθεστώς που σκοτώνει παιδιά πρέπει όμως να κατανοήσουν ότι η διεθνής κοινή γνώμη είναι επαρκώς ενημερωμένη και συνετή» για να πιστέψει αυτούς τους ισχυρισμούς», καταλήγει η σχετική ανακοίνωση.
Χθες ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Τζαβάντ Ζαρίφ, απάντησε ότι οι καταγγελίες είναι «παλιές κατηγορίες», που έχουν αντιμετωπιστεί στο παρελθόν από τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας (IAEA), ενώ ο αναπληρωτής ΥΠ.ΕΞ., Αμπάς Αράγκι, ότι είναι «παιδιάστικες και παράλογες», που στόχο έχουν να επηρεάσουν την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ.
Προηγήθηκε η τηλεοπτική παρουσίαση του ο «Μπίμπι» που μεταξύ άλλων ανακοίνωσε πως η χώρα του έχει στην κατοχή της και μπορεί να αποκαλύψει 100.000 έγγραφα που, σύμφωνα με τον ίδιο, αποδεικνύουν ότι το Ιράν κρύβει «μυστικό πρόγραμμα» για την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων.
ΗΠΑ: «Πειστικές» οι πληροφορίες του Ισραήλ
Από την πλευρά της Ουάσιγκτον υποστήριξε ότι οι πληροφορίες που δημοσιοποίησε ο Ισραηλινός πρωθυπουργός προσφέρουν «νέες και πειστικές λεπτομέρειες» για τις προσπάθειες της Τεχεράνης να αναπτύξει «πυρηνικά όπλα» ικανά να τοποθετούνται σε κεφαλές βαλλιστικών «πυραύλων».
«Αυτά τα γεγονότα συνάδουν με αυτό που οι ΗΠΑ γνωρίζουν εδώ και πολύ καιρό: ότι το Ιράν είχε ένα σθεναρό, μυστικό οπλικό πυρηνικό πρόγραμμα που είχε προσπαθήσει και αποτύχει να κρύψει από τον κόσμο και από τον ίδιο τον λαό του», ανακοίνωσε ο Λευκός Οίκος
Στο ίδιο πλαίσιο ο νέος Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο, διαβεβαίωσε με τη σειρά του ότι οι πληροφορίες όσον αφορά το μυστικό ιρανικό πρόγραμμα με σκοπό την απόκτηση πυρηνικού οπλοστασίου είναι «αυθεντικές» και κάποιες από αυτές παρέμεναν άγνωστες μέχρι χθες.

Ο Πομπέο συναντήθηκε την Κυριακή με τον Νετανιάχου και όπως είπε ο ίδιος ενημερώθηκε κατά τη διάρκεια της συζήτησής του για τα στοιχεία αυτά, τα οποία δόθηκαν στη δημοσιότητα χθες από τον δεύτερο ενώ ο πρώτος επέστρεφε στην Ουάσινγκτον.
«Γνωρίζω πως υπάρχουν κάποιοι οι οποίοι λένε ότι αυτά τα έγγραφα δεν είναι αυθεντικά. Μπορώ να σας επιβεβαιώσω ότι αυτά τα έγγραφα είναι αληθινά», δήλωσε ο Πομπέο σε δημοσιογράφους από το αεροσκάφος προσθέτοντας ότι ήταν ενήμερος εδώ και κάποιον καιρό.
Όταν ρωτήθηκε εάν οι ΗΠΑ ήταν ενήμερες εδώ και χρόνια για την ύπαρξη του προγράμματος, που φέρεται να ονομάζεται «Άμαντ», ο Πομπέο απάντησε το εξής:
«Αυτό είναι εν μέρει αληθές. Η ύπαρξη του προγράμματος Άμαντ τερματίστηκε περί τον Δεκέμβριο του 2003, τον Ιανουάριο του 2004» και θα ήταν «ακριβές εάν λέγαμε ότι ήμασταν ενήμεροι εδώ και κάποιο καιρό».
Αλλά υπάρχουν χιλιάδες νέα έγγραφα και νέες πληροφορίες. Είμαστε ακόμη στη διαδικασία της ανάλυσής τους, υπάρχει ακόμη πολύ έργο να γίνει για να αποτιμηθεί η εμβέλεια και το μέγεθος.
Ο νέος επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας απέφυγε χθες να επαναλάβει τη θέση, που είχε εκφράσει ο ίδιος και άλλοι Αμερικανοί αξιωματούχοι, ότι η Τεχεράνη δεν παραβιάζει τη διεθνή συμφωνία του 2015.
«Θα το αφήσω στους νομικούς αυτό», ανέφερε, χωρίς να κάνει κάποιο σχόλιο όταν δημοσιογράφος του επισήμανε πως ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας έχει επαληθεύσει επανειλημμένα την τήρηση των όρων από ιρανικής πλευράς.
Όλες οι τελευταίες εξελίξεις έρχονται ενώ ο Ντόναλντ Τραμπ, που χαρακτηρίζει «φρικτή» κι υπερβολικά χαλαρή τη συμφωνία, απειλεί να αποσύρει τη χώρα του από το ΚΟΣΔ στις 12 Μαΐου, πιέζοντας τις ευρωπαϊκές χώρες που συνυπέγραψαν τη συμφωνία (Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία) να βρουν λύσεις προκειμένου να γίνει αυστηρότερη.
Ο Πομπέο δήλωσε πως αγνοεί εάν οι ανακοινώσεις του Νετανιάχου, δύο εβδομάδες πριν από την παρέλευση του τελεσιγράφου του Τραμπ, αποτελούσε ένα μέσο για να κλιμακωθεί η πίεση στους Ευρωπαίους, εξηγώντας πως οι διαπραγματεύσεις με αυτούς τους τελευταίους παραμένουν σε εξέλιξη.
