Οι περιπτώσεις διακυβέρνησης χωρών από αριστερές παρατάξεις δεν είναι συνήθεις. Κατά τη συγκρότηση των εθνικών κρατών στην Ευρώπη και στον Τρίτο Κόσμο μετά την κατάρρευση της αποικιοκρατίας, οι κυβερνήσεις τους επικεντρώθηκαν κυρίως σε στόχους εθνικούς και λιγότερο σε κοινωνικούς-ταξικούς. Εξαιρέσεις αποτέλεσαν η Γαλλική Επανάσταση (1789) και η επανάσταση των μπολσεβίκων στη Ρωσία (1917), που είχαν σαφή κοινωνικά αιτήματα.
Στο εξής και στον δυτικό κόσμο οι αριστερές παρατάξεις, με τις δύο κύριες εκφράσεις τους, σοσιαλιστές και κομμουνιστές, βρίσκονταν συνήθως στην αντιπολίτευση. Ως αξιοσημείωτη, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επισημαίνεται η οικοδόμηση του κοινωνικού κράτους από κυβερνήσεις της σοσιαλδημοκρατίας με πρωτεργάτες τα εργατικά κινήματα. Πρόκειται για το κοινωνικό κράτος της Ευρώπης που αποικοδομείται σήμερα από τη Δεξιά.
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Ποιος είναι ο ρόλος της Αριστεράς στη διακυβέρνηση μιας καπιταλιστικής χώρας; Μια Αριστερά κυβερνώσα μπορεί να είναι συνεπής με τα οράματά της; Μήπως το όραμα για μια άλλη κοινωνία δεν συνάδει με την κυβερνησιμότητα; Μήπως η συμμετοχή στη διαχείριση προβλημάτων αποτελεί αλλοτρίωση και οδηγεί στην ενσωμάτωση;
Ερωτήματα δύσκολα, με δυσκολότερες τις απαντήσεις. Κατ’ αρχήν θα πρέπει να διευκρινιστεί: Τι θεωρείται πρώτιστο, η επίλυση των προβλημάτων της χώρας, των αδύναμων κοινωνικών ομάδων ή η διατήρηση του χαρακτήρα ενός αριστερού κόμματος; Υποστηρίζω την άποψη ότι ο χαρακτήρας ενός κόμματος προσδιορίζεται, σε καθοριστικό βαθμό, από το ποιων κοινωνικών ομάδων τα συμφέροντα στηρίζει και κυρίως με την παρέμβασή του επιλύει, και όχι από το πώς το ίδιο αυτοπροσδιορίζεται.
Στη χώρα μας η Αριστερά βρέθηκε στο προσκήνιο ή στην κυβερνητική εξουσία κατά κανόνα σε περιόδους κρίσης. Θεωρώ πως τα κατάφερε σχετικά καλά, έστω και αν ούτε το κοινωνικό της όραμα ολοκλήρωσε και μέρος αυτής αλλοτριώθηκε.
Η αποτίμηση αυτή βασίζεται στο ότι δεν μπορεί να θέτουμε στόχους χωρίς προτεραιότητες και κυρίως να αξιολογούμε πολιτικά αποτελέσματα ανεξαρτήτως των συσχετισμών δυνάμεων.
Ας σταθούμε σε ορισμένα ιστορικά παραδείγματα. Τον Οκτώβρη του 1940, με την κήρυξη του πολέμου, η χώρα μας βρισκόταν με μια φασιστική διακυβέρνηση και την Αριστερά διωκόμενη. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες η ηγεσία της Αριστεράς (από τις φυλακές), χωρίς δισταγμό, κάλεσε όλους να πολεμήσουν τους εισβολείς και τον ναζισμό. Μια στάση πρωτίστως πατριωτική. Η ίδια στάση λίγο αργότερα εκφράστηκε με τη συγκρότηση του ΕΑΜ, στην οποία η ίδια πρωτοστάτησε. Η ιστορία κατέγραψε ως θετική τη δράση αυτή, άσχετα εάν οι μετέπειτα εξελίξεις οδήγησαν στην αποσιώπησή της.
Τη μετεμφυλιακή περίοδο πρωτοστάτησε για τη διεύρυνση της δημοκρατίας, ακόμη και για την αυτοδιάθεση της Κύπρου.
Την περίοδο της δικτατορίας (1967-74), εποχή που τα ελάχιστα προηγούμενα βήματα στοιχειώδους εκδημοκρατισμού εξανεμίστηκαν, πρωτοστάτησε με άμεσο πολιτικό στόχο την επάνοδο της δημοκρατίας.
Οι κοινωνικές διεκδικήσεις της βέβαια δεν έπαψαν. Και τότε όπως και σχεδόν σε όλη τη μεταπολιτευτική περίοδο, πριν από τη γενικευμένη κρίση του 2010, η Αριστερά έθετε προτεραιότητες, έκανε συμμαχίες και διεκδικούσε, χωρίς να αποποιείται το κοινωνικό της όραμα.
Γενικά θα σημειώναμε πως σε κάθε ιστορική περίοδο η πολιτική δράση της Αριστεράς δεν θα πρέπει να συγχέει ούτε να διαχωρίζει το άμεσο πολιτικό καθήκον της με τον κύριο οραματικό στόχο της.
Τελικά ποιος ο ρόλος της Αριστεράς στη χώρα μας σήμερα; Μπορεί η Αριστερά να επιλέγει πολιτικές χωρίς να παίρνει υπόψη της τον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων; Τις περιφερειακές πολεμικές συγκρούσεις; Τη σημερινή κοινωνική-ταξική διάρθρωση της ελληνικής κοινωνίας; Τις επιλογές της εγχώριας αστικής τάξης; Τη φτωχοποίηση μεγάλης μερίδας του λαού;
Η κυβερνώσα Αριστερά σήμερα οφείλει, παίρνοντας υπόψη της τους συσχετισμούς δυνάμεων και συμφερόντων στη χώρα αλλά και γενικότερα, να θέτει προτεραιότητες στόχων. Στόχους και επιδιώξεις που θα αντιμετωπίσουν τα προβλήματα των κοινωνικά αδύναμων αλλά και της ίδιας της χώρας. Γιατί τελικά αποδεικνύεται ότι η μεγάλη πλειονότητα του λαού έχει πατρίδα και πρέπει να την υπερασπιστεί. Αντίθετα, η ελίτ του πλούτου επιλέγει ως «πατρίδα» τη χώρα όπου εξασφαλίζει το μέγιστο κέρδος.
Για να πετύχει δε τους στόχους της, πρέπει να επιδιώκει συμμαχίες με κοινωνικές αναφορές και να δρα σε όλα τα επίπεδα. Στα γνώριμά της, όπως το εργατικό κίνημα και τα άλλα κοινωνικά κινήματα, και στα λιγότερο γνώριμα ή πρωτόγνωρα, όπως το κοινοβούλιο και η διακυβέρνηση.
